Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Ανθρωπισμός και πολιτισμός


Όσο εύκολα νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε την έννοια «ανθρωπισμός», τόσο δύσκολο διαπιστώνουμε ότι είναι να της δώσουμε περιεχόμενο, όταν προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Αυτή η δυσχέρεια στη νοηματοδοσία του ανθρωπισμού δεν είναι αμελητέα, αν σκεφτούμε ότι, ως ανθρώπους, ο ανθρωπισμός μας αφορά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αν μας ενδιαφέρει, φυσικά, αυτό που λέμε ποιότητα ζωής ή, απλά, η ανθρώπινη ζωή καθεαυτήν.
Ο ανθρωπισμός, λοιπόν, ο λόγος για τον άνθρωπο δηλαδή, είναι συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού, και, μάλιστα, θα  μπορούσαμε να τους θεωρήσουμε συνώνυμους όρους, αφού δεν μπορώ να διανοηθώ έναν απάνθρωπο πολιτισμό ή έναν πολιτισμένο απανθρωπισμό. Έχει σημασία, λοιπόν, να αποδώσουμε επαρκές περιεχόμενο στην έννοια «ανθρωπισμός», για να διαπιστώσουμε αν, πράγματι, ο πολιτισμός δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει τον ανθρωπισμό.
Θα ήθελα, για να γίνει όσο μπορεί πιο σαφές το εγχείρημα αυτό για εσάς, να επικαλεστώ τη σύγχρονη εμπειρία σας, εδώ που ζούμε και στον παρόντα χρόνο. Για τον σκοπό αυτό θα αναφερθώ σε μια κατάσταση οικεία σ’ εσάς, την εκπαιδευτική διαδικασία, με αφορμή πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού κ. Κώστα Καδή σχετικά με το θέμα εξαίρεσης μαθητών από συγκεκριμένα μαθήματα, στην πρόσφατη συνάντησή του με την Επιτροπή Παιδείας της Βουλής. Τις δηλώσεις αυτές χαιρέτισαν με ενθουσιασμό οι ανθρωπιστές του Ομίλου Ανθρωπιστών Κύπρου.
Σας διαβάζω το σχετικό κείμενο που έδωσαν στη δημοσιότητα: «…»
Είναι αλήθεια ότι ο ανθρωπισμός ως αίτημα, διαχρονικά, σχετίζεται με τη διάθεση των ανθρώπων να διαχωρίσουν την αναφορά στον εαυτό τους από την αναφορά στον Θεό. Τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και μετά, στη χριστιανική εποχή, που διαρκεί ακόμα, πολλοί άνθρωποι θέλουν να σκέφτονται περισσότερο αυτό που είναι, παρά να πιστεύουν ότι είναι αυτό που το θρησκευτικό δόγμα, κάθε είδους και προέλευσης, υποβάλλει ή επιτάσσει ότι είναι. Αυτή η τάση, διαχρονικά, παίρνει, κιόλας, τη μορφή επανάστασης. Αναφέρω, ενδεικτικά, τον σοφιστή Πρωταγόρα, στην Αρχαία Ελλάδα, τον Τζιορντάνο Μπρούνο, στην Αναγέννηση, τον Φρειδερίκο Νίτσε στη νεότερη εποχή, και όλους τους μάρτυρες της πίστης στον άνθρωπο, οι οποίοι καταδικάστηκαν από τους ταγούς και τους τοποτηρητές της πίστης στον Θεό.
Θα με ρωτήσετε, ενδεχομένως, γιατί αυτά τα δύο, η πίστη στον άνθρωπο και η πίστη στον Θεό, να μη συμβαδίζουν. Για παράδειγμα, το πρότυπο του Ιησού δεν είναι ανθρωπιστικό;  Ή, ποιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευκολότερα ανθρωπιστής από τον Χριστό, ο οποίος δίδαξε την αγάπη για τον άνθρωπο; Υπάρχει ανθρωπιστικότερο ιδεώδες από την αγάπη; Θα έσπευδα να δηλώσω πως όχι, αλλά θυμάμαι πάντα το νιτσεϊκό: «ο τελευταίος Χριστιανός πέθανε πάνω στον Σταυρό.»
Ακόμα, όμως, κι αν δεν είναι έτσι, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι πρότυπα ανθρωπισμού είναι και οι άγιοι της Εκκλησίας, πάλι ο πήχης για τους επίδοξους θεϊστές ανθρωπιστές μπαίνει πολύ ψηλά.  Ίσως, από αυτή την άποψη, είναι αυτό που θα αποθάρρυνε την ταύτιση των ανθρωπιστών με τα εκκλησιαστικά πρότυπα, αφού, όπως είπα, είναι λίγα και δυσπρόσιτα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι η αγάπη δεν εμπίπτει στο πρόγραμμα του ανθρωπισμού.
Για να μην επεκταθώ περισσότερο σχετικά με τη δυνητική σχέση της ανθρωπιστικής θεωρίας με τη θρησκεία, θα επιχειρήσω να καταδείξω το σημείο που απομακρύνεται ο ανθρωπισμός από τη θρησκεία, προκειμένου να ορίσω θετικά τον ανθρωπισμό στη συνέχεια.
Στον Χριστιανισμό, τουλάχιστον, προϋποτίθεται ένας Θεός δημιουργός, ο οποίος έθεσε με τη δημιουργία του ανθρώπου τις προδιαγραφές του, και στον οποίο αναφέρεται ο πιστός ως εχέγγυο για την ανταμοιβή της ηθικής του διαγωγής. Οι ανθρωπιστές απομακρύνονται από μια τέτοια θεώρηση, στον βαθμό που διεκδικούν για λογαριασμό του ανθρώπου τη δικαιοδοσία να δημιουργεί και να αναδημιουργεί τον εαυτό του. Αυτό, με μια λέξη, λέγεται «ελευθερία».
Το πώς ο άνθρωπος δημιουργεί τον εαυτό του, βέβαια, εξαρτάται από αυτό που περιέχεται στη συνείδησή του ως αντίληψη για τον εαυτό του αλλά και για τους άλλους. Αυτό, φυσικά, έχει ιδιαίτερη σημασία για την παιδεία και τους εκπαιδευτικούς. Όλο και περισσότερο, σήμερα, τείνουμε να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παιδεία, εννοώντας ότι το σχολείο πρέπει να τις παρέχει εξίσου, αν όχι να υπερέχει στην παροχή παιδείας. Αυτό υπονοεί ότι οι καθηγητές και οι δάσκαλοι είναι σε θέση να παρέχουν αυτή την παιδεία. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί είναι ανθρωπιστικά επαρκείς, προκειμένου να συμβάλουν, μέσω της παιδείας, στην εμπέδωση μιας κυρίαρχης διάστασης του πολιτισμού: αυτή της δημιουργίας όχι μόνο υλικών μέσων για τη ζωή αλλά και μέσων για την ανάδειξη του ανθρώπου ως παραγωγού αξιών που κάνουν την ανθρώπινη ζωή υποφερτή και, ιδανικά, ευχάριστη.
Ας αρχίσω από το πρώτο, από την έννοια δηλαδή της ζωής που υποφέρεται ή που υποφέρει. Είναι πολλοί οι λόγοι που η ζωή, συχνά, γίνεται για τον άνθρωπο ανυπόφορη. Όπου κι αν οφείλεται το αίσθημα της δυσανεξίας με τη ζωή, σε όποια αιτία, τα ζητούμενα είναι τρία: α)της αναγνώρισης της αλήθειας αυτής β)της διάγνωσης των πραγματικών αιτίων και γ)της δυνητικής υπέρβασης των συνθηκών που καθιστούν τη ζωή δυσάρεστη. Στο στάδιο αυτό, δηλαδή, εκκρεμεί μια θεραπευτική, ικανή να επουλώσει τραύματα που έχουν όλοι: άνδρες, γυναίκες, μικροί και μεγάλοι. Το ενδιαφέρον αυτό, προφανώς, είναι ανθρωπιστικό, και είναι αντικείμενο μιας άλλης διάλεξης να αναφερθούμε σε αυτή τη θεραπευτική, στο ποιοι ασχολούνται με αυτή και αν υπάρχουν αποτελέσματα.
Στο δεύτερο στάδιο, η ζωή που στοιχειωδώς ισορροπεί είναι η ίδια υλικό προς διαμόρφωση, προς προαγωγή. Ό,τι είναι ο άνθρωπος όταν δεν πάσχει, από τον εαυτό του ή εξαιτίας των άλλων, αποτελεί δυνατότητα και, δυνητικά, προνόμιο προς αξιοποίηση και προς απόλαυση. Τόσο ως σώμα όσο και ως διάνοια ο άνθρωπος είναι εύπλαστος, εύκαμπτος, και παίρνει ωραίες μορφές όταν γνώμονας της δημιουργικής μας διάθεσης για τον εαυτό μας και για τους άλλους είναι το εύσχημο, το ωραίο, το ευειδές και το ευχάριστο.

Η πρόθεση για το ωραίο, λοιπόν, που δεν το ονόμαζαν τυχαία οι αρχαίοι Έλληνες «καλόν», είναι ζητούμενο και της παιδείας, για την οποία τόσο κοπτόμαστε, αλλά σίγουρα δεν έχουμε καταφέρει να τη συνδέσουμε, με σχέση εξάρτησης κιόλας, με την έγνοια για το ωραίο, που είναι μαζί και καλό, δηλαδή ανθρώπινο, ανθρωπιστικά έγκυρο. Ο ανθρωπισμός είναι ώριμο αίτημα πολιτισμού ανθρώπων που δεν υποχωρούν μπροστά στο άσχημο, και δεν σταματάνε προτού καταφέρουν να δημιουργήσουν κάτι όμορφο. Και πάλι δεν σταματάνε, φυσικά, γιατί η δημιουργία του ωραίου για τον εαυτό μας και για τους άλλους, είναι εθιστική. Αρκεί να κάνουμε την αρχή. Η θεωρία, πάντως, υπάρχει. Σας ευχαριστώ!   

                                                                                      Δρ. Ι. Χριστοδούλου


(Διάλεξη στο Λύκειο Αποστόλου Βαρνάβα, στη Λευκωσία. 24/01/2017)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου