Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Ανθρωπισμός και πολιτισμός


Όσο εύκολα νομίζουμε ότι καταλαβαίνουμε την έννοια «ανθρωπισμός», τόσο δύσκολο διαπιστώνουμε ότι είναι να της δώσουμε περιεχόμενο, όταν προσπαθήσουμε να το κάνουμε. Αυτή η δυσχέρεια στη νοηματοδοσία του ανθρωπισμού δεν είναι αμελητέα, αν σκεφτούμε ότι, ως ανθρώπους, ο ανθρωπισμός μας αφορά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αν μας ενδιαφέρει, φυσικά, αυτό που λέμε ποιότητα ζωής ή, απλά, η ανθρώπινη ζωή καθεαυτήν.
Ο ανθρωπισμός, λοιπόν, ο λόγος για τον άνθρωπο δηλαδή, είναι συστατικό στοιχείο του ανθρώπινου πολιτισμού, και, μάλιστα, θα  μπορούσαμε να τους θεωρήσουμε συνώνυμους όρους, αφού δεν μπορώ να διανοηθώ έναν απάνθρωπο πολιτισμό ή έναν πολιτισμένο απανθρωπισμό. Έχει σημασία, λοιπόν, να αποδώσουμε επαρκές περιεχόμενο στην έννοια «ανθρωπισμός», για να διαπιστώσουμε αν, πράγματι, ο πολιτισμός δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει τον ανθρωπισμό.
Θα ήθελα, για να γίνει όσο μπορεί πιο σαφές το εγχείρημα αυτό για εσάς, να επικαλεστώ τη σύγχρονη εμπειρία σας, εδώ που ζούμε και στον παρόντα χρόνο. Για τον σκοπό αυτό θα αναφερθώ σε μια κατάσταση οικεία σ’ εσάς, την εκπαιδευτική διαδικασία, με αφορμή πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού κ. Κώστα Καδή σχετικά με το θέμα εξαίρεσης μαθητών από συγκεκριμένα μαθήματα, στην πρόσφατη συνάντησή του με την Επιτροπή Παιδείας της Βουλής. Τις δηλώσεις αυτές χαιρέτισαν με ενθουσιασμό οι ανθρωπιστές του Ομίλου Ανθρωπιστών Κύπρου.
Σας διαβάζω το σχετικό κείμενο που έδωσαν στη δημοσιότητα: «…»
Είναι αλήθεια ότι ο ανθρωπισμός ως αίτημα, διαχρονικά, σχετίζεται με τη διάθεση των ανθρώπων να διαχωρίσουν την αναφορά στον εαυτό τους από την αναφορά στον Θεό. Τόσο στην αρχαία Ελλάδα όσο και μετά, στη χριστιανική εποχή, που διαρκεί ακόμα, πολλοί άνθρωποι θέλουν να σκέφτονται περισσότερο αυτό που είναι, παρά να πιστεύουν ότι είναι αυτό που το θρησκευτικό δόγμα, κάθε είδους και προέλευσης, υποβάλλει ή επιτάσσει ότι είναι. Αυτή η τάση, διαχρονικά, παίρνει, κιόλας, τη μορφή επανάστασης. Αναφέρω, ενδεικτικά, τον σοφιστή Πρωταγόρα, στην Αρχαία Ελλάδα, τον Τζιορντάνο Μπρούνο, στην Αναγέννηση, τον Φρειδερίκο Νίτσε στη νεότερη εποχή, και όλους τους μάρτυρες της πίστης στον άνθρωπο, οι οποίοι καταδικάστηκαν από τους ταγούς και τους τοποτηρητές της πίστης στον Θεό.
Θα με ρωτήσετε, ενδεχομένως, γιατί αυτά τα δύο, η πίστη στον άνθρωπο και η πίστη στον Θεό, να μη συμβαδίζουν. Για παράδειγμα, το πρότυπο του Ιησού δεν είναι ανθρωπιστικό;  Ή, ποιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευκολότερα ανθρωπιστής από τον Χριστό, ο οποίος δίδαξε την αγάπη για τον άνθρωπο; Υπάρχει ανθρωπιστικότερο ιδεώδες από την αγάπη; Θα έσπευδα να δηλώσω πως όχι, αλλά θυμάμαι πάντα το νιτσεϊκό: «ο τελευταίος Χριστιανός πέθανε πάνω στον Σταυρό.»
Ακόμα, όμως, κι αν δεν είναι έτσι, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι πρότυπα ανθρωπισμού είναι και οι άγιοι της Εκκλησίας, πάλι ο πήχης για τους επίδοξους θεϊστές ανθρωπιστές μπαίνει πολύ ψηλά.  Ίσως, από αυτή την άποψη, είναι αυτό που θα αποθάρρυνε την ταύτιση των ανθρωπιστών με τα εκκλησιαστικά πρότυπα, αφού, όπως είπα, είναι λίγα και δυσπρόσιτα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι η αγάπη δεν εμπίπτει στο πρόγραμμα του ανθρωπισμού.
Για να μην επεκταθώ περισσότερο σχετικά με τη δυνητική σχέση της ανθρωπιστικής θεωρίας με τη θρησκεία, θα επιχειρήσω να καταδείξω το σημείο που απομακρύνεται ο ανθρωπισμός από τη θρησκεία, προκειμένου να ορίσω θετικά τον ανθρωπισμό στη συνέχεια.
Στον Χριστιανισμό, τουλάχιστον, προϋποτίθεται ένας Θεός δημιουργός, ο οποίος έθεσε με τη δημιουργία του ανθρώπου τις προδιαγραφές του, και στον οποίο αναφέρεται ο πιστός ως εχέγγυο για την ανταμοιβή της ηθικής του διαγωγής. Οι ανθρωπιστές απομακρύνονται από μια τέτοια θεώρηση, στον βαθμό που διεκδικούν για λογαριασμό του ανθρώπου τη δικαιοδοσία να δημιουργεί και να αναδημιουργεί τον εαυτό του. Αυτό, με μια λέξη, λέγεται «ελευθερία».
Το πώς ο άνθρωπος δημιουργεί τον εαυτό του, βέβαια, εξαρτάται από αυτό που περιέχεται στη συνείδησή του ως αντίληψη για τον εαυτό του αλλά και για τους άλλους. Αυτό, φυσικά, έχει ιδιαίτερη σημασία για την παιδεία και τους εκπαιδευτικούς. Όλο και περισσότερο, σήμερα, τείνουμε να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στην εκπαίδευση και την παιδεία, εννοώντας ότι το σχολείο πρέπει να τις παρέχει εξίσου, αν όχι να υπερέχει στην παροχή παιδείας. Αυτό υπονοεί ότι οι καθηγητές και οι δάσκαλοι είναι σε θέση να παρέχουν αυτή την παιδεία. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί είναι ανθρωπιστικά επαρκείς, προκειμένου να συμβάλουν, μέσω της παιδείας, στην εμπέδωση μιας κυρίαρχης διάστασης του πολιτισμού: αυτή της δημιουργίας όχι μόνο υλικών μέσων για τη ζωή αλλά και μέσων για την ανάδειξη του ανθρώπου ως παραγωγού αξιών που κάνουν την ανθρώπινη ζωή υποφερτή και, ιδανικά, ευχάριστη.
Ας αρχίσω από το πρώτο, από την έννοια δηλαδή της ζωής που υποφέρεται ή που υποφέρει. Είναι πολλοί οι λόγοι που η ζωή, συχνά, γίνεται για τον άνθρωπο ανυπόφορη. Όπου κι αν οφείλεται το αίσθημα της δυσανεξίας με τη ζωή, σε όποια αιτία, τα ζητούμενα είναι τρία: α)της αναγνώρισης της αλήθειας αυτής β)της διάγνωσης των πραγματικών αιτίων και γ)της δυνητικής υπέρβασης των συνθηκών που καθιστούν τη ζωή δυσάρεστη. Στο στάδιο αυτό, δηλαδή, εκκρεμεί μια θεραπευτική, ικανή να επουλώσει τραύματα που έχουν όλοι: άνδρες, γυναίκες, μικροί και μεγάλοι. Το ενδιαφέρον αυτό, προφανώς, είναι ανθρωπιστικό, και είναι αντικείμενο μιας άλλης διάλεξης να αναφερθούμε σε αυτή τη θεραπευτική, στο ποιοι ασχολούνται με αυτή και αν υπάρχουν αποτελέσματα.
Στο δεύτερο στάδιο, η ζωή που στοιχειωδώς ισορροπεί είναι η ίδια υλικό προς διαμόρφωση, προς προαγωγή. Ό,τι είναι ο άνθρωπος όταν δεν πάσχει, από τον εαυτό του ή εξαιτίας των άλλων, αποτελεί δυνατότητα και, δυνητικά, προνόμιο προς αξιοποίηση και προς απόλαυση. Τόσο ως σώμα όσο και ως διάνοια ο άνθρωπος είναι εύπλαστος, εύκαμπτος, και παίρνει ωραίες μορφές όταν γνώμονας της δημιουργικής μας διάθεσης για τον εαυτό μας και για τους άλλους είναι το εύσχημο, το ωραίο, το ευειδές και το ευχάριστο.

Η πρόθεση για το ωραίο, λοιπόν, που δεν το ονόμαζαν τυχαία οι αρχαίοι Έλληνες «καλόν», είναι ζητούμενο και της παιδείας, για την οποία τόσο κοπτόμαστε, αλλά σίγουρα δεν έχουμε καταφέρει να τη συνδέσουμε, με σχέση εξάρτησης κιόλας, με την έγνοια για το ωραίο, που είναι μαζί και καλό, δηλαδή ανθρώπινο, ανθρωπιστικά έγκυρο. Ο ανθρωπισμός είναι ώριμο αίτημα πολιτισμού ανθρώπων που δεν υποχωρούν μπροστά στο άσχημο, και δεν σταματάνε προτού καταφέρουν να δημιουργήσουν κάτι όμορφο. Και πάλι δεν σταματάνε, φυσικά, γιατί η δημιουργία του ωραίου για τον εαυτό μας και για τους άλλους, είναι εθιστική. Αρκεί να κάνουμε την αρχή. Η θεωρία, πάντως, υπάρχει. Σας ευχαριστώ!   

                                                                                      Δρ. Ι. Χριστοδούλου


(Διάλεξη στο Λύκειο Αποστόλου Βαρνάβα, στη Λευκωσία. 24/01/2017)

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Περί λειψάνων…

Πρόσφατα προτάχθηκε επικαιρικό αίτημα να επανεξεταστεί το θρησκεύεσθαι στη δημόσια εκπαίδευση της Κύπρου. Δημόσιο αίτημα αυτό, της Επιτρόπου Διοικήσεως μάλιστα, μετά από καταγγελία που δέχθηκε από Κύπριους ανθρωπιστές για το προσκύνημα μικρών παιδιών σε λείψανα, με πρωτοβουλία Διεύνθυνσης Νηπιαγωγείου. Ο δημόσιος διάλογος κράτησε, όπως όλοι, δύο εβδομάδες περίπου. Το ενδιαφέρον των Θεσμών ανύπαρκτο. Λίγες δηλώσεις, πολιτικές ή θρησκολατρικές, και αυτές λειψές, άσφαιρες, ασήμαντες…
Είναι δύο τα θέματα. Η θρησκευτική κατήχηση καθεαυτήν και τα λείψανα καθεαυτά. Συμπλέκονται τα θέματα μεταξύ τους. Η θρησκευτική κατήχηση στο σχολείο εξηγείται. Ελληνικό σχολείο είναι το δημόσιο κυπριακό σχολείο στην ελεύθερη Κύπρο, η ελληνικότητα συνδέεται με τον Χριστιανισμό, άρα ο Χριστιανισμός ως θρησκεία διδάσκεται παντοιοτρόπως στο σχολείο όπως διδάσκεται η ελληνική γλώσσα. Αυτό είναι το σκεπτικό για τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών αλλά και για όλες τις δραστηριότητες που είτε προσανατολίζουν τα παιδιά στην Εκκλησία είτε ενισχύουν είτε προκαλούν τον εθισμό τους στο χριστιανικώς θρησκεύεσθαι.
Το αν θα πρέπει να είναι έτσι τα πράγματα, είναι ένας σοβαρός προβληματισμός που εγκαινιάστηκε στην Ελλάδα πρόσφατα σε θεσμικό επίπεδο, θα εμπλουτιστεί και θα παρθούν πολιτικές αποφάσεις για το αν πρέπει η ελληνικότητα να συνδέεται με τον Χριστιανισμό μέσω της θρησκευτικής κατήχησης, στο πλαίσιο του μαθήματος των Θρησκευτικών, στο σχολείο. Στην Κύπρο, προβλέπω, δεν θα γίνει η συζήτηση αυτή με θεσμική πρωτοβουλία σύντομα. Οι λόγοι είναι αρκετοί, και υπόσχομαι επ’ αυτού να επανέλθω.
Αυτό που εγώ έχω να εισφέρω ως σκέψη, είναι το εξής. Αν υποθέσουμε ότι τα λείψανα που εκτίθενται σε λαϊκό προσκύνημα στις εκκλησίες είναι όντως των προσώπων τα οποία μνημονεύονται μέσω των λειψάνων, διερωτώμαι: οι ενάρετοι και οι ενάρετες της Ορθοδοξίας, οι δυνάμει άγιοι και αγίες, μπορούσαν να φανταστούν ότι τα οστά τους θα εκτίθενται σε κοινή θέα, μετά από σχετική επεξεργασία, φυσικά, και τεχνηέντως επενδεδυμένα; Αν ρωτιούνταν αν θα το ήθελαν, θα το επέτρεπαν; Δεν νομίζω.
Αν λάβω υπόψη μου, επίσης, τις προδιαγραφές της αγιότητας στην ορθόδοξη Εκκλησία, τότε μάλλον η παράδοση της διαφήμισης των λειψάνων εκφεύγει της ορθόδοξης νομιμότητας. Στον Χριστιανισμό το σώμα, ζωντανό ή νεκρό, είναι ιερό. Το ίδιο και σε άλλες θρησκείες φυσικά. Αυτό, φαντάζομαι, ισχύει στο πολλαπλάσιο για τους Χριστιανούς αγίους. Οφείλουν, λοιπόν, οι θεσμοθετημένοι θρησκευτικοί προϊστάμενοι να προστατεύουν και να τιμούν τα λείψανα κάθε ανθρώπου και, οπωσδήποτε, των αγίων. Αν περιέφεραν οποιαδήποτε άλλα λείψανα, αυτοί ή οποιοσδήποτε άλλος, δεν θα θεωρείτο περιύβριση νεκρού τουλάχιστον; Ποια η διαφορά του νεκρού αγίου;
Και κάτι άλλο. Όσο κι αν το σώμα είναι όχημα για τη θνητή αρετή οποιουδήποτε, αγίου ή μη, είναι το σώμα του μόνο, και όχι αυτό που κάνει τον άνθρωπο να διαπρέπει ηθικά. Αλλά, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι το ζωντανό σώμα συμμετέχει στην παραγωγή αρετής, τα οστά ως λείψανα τι εκπροσωπούν; Το πρώην ζωντανό σώμα του Αγίου ή της Αγίας ή το πνεύμα του; Ούτε το ένα, θεωρώ, ούτε το άλλο. Είναι ό,τι απομένει από τον κάθε άνθρωπο, άγιο ή μη, και δεν ξεχωρίζουν τα λείψανα μεταξύ τους.

Οι εκκλησιαστικοί ταγοί δύσκολα θα σκεφτούν έτσι. Το ίδιο και πολλοί περιδεείς Χριστιανοί. Επειδή, όμως, σκεπτόμενοι Χριστιανοί και άλλοι, που στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, δεν θεωρούν ότι πρέπει να εκπαιδεύονται για να μη σκέφτονται, και να προσκυνούν λείψανα ή ό,τι άλλο, οι πολιτικά επαγγελλόμενοι τη μέριμνα για την Παιδεία οφείλουν να σκέφτονται περισσότερο και να προσκυνούν λιγότερο… 


Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Κρίση και κριτική στην Ελλάδα του σήμερα...

Η κρίση είναι δεδομένη. Γίνεται πολύς λόγος, βέβαια, για κρίση αξιών, θεσμών και, μαζί, για την οικονομική κρίση. Ο λόγος για άλλες κρίσεις, θεωρώ, πέρα από την οικονομική, γίνεται περισσότερο στην Ελλάδα, και λιγότερο ή καθόλου σε άλλες χώρες που πέρασαν ή περνούν την ίδια κρίση με την ελληνική, ή γενικότερα στη Δύση. Για την υπόλοιπη Δύση η κρίση είναι περισσότερο ή ακραιφνώς οικονομική και τίποτε άλλο.

Αυτό είναι ένα πρώτο δείγμα της κριτικής που ασκείται για την κρίση και εν μέσω κρίσης: «η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική». Είναι ενδεικτικό αυτό για τα εξής: α) την αδυναμία να καταλάβουμε γιατί η κρίση είναι οικονομική και β) την απροθυμία να παραδεχθούμε ότι δεν τα καταφέρνουμε οικονομικά. Αρχίζοντας από το δεύτερο: είναι σαν να προτιμάμε να παραδεχθούμε ότι έχουμε προβλήματα σοβαρότερα από το οικονομικό, θεμελιακότερα, ουσιαστικότερα, προκειμένου να μην αντιμετωπίσουμε το ίδιο το πρόβλημα κατά πρόσωπο. Αν συμβαίνει αυτό όμως, και έρχομαι στο πρώτο, είναι επειδή δεν κατανοούμε γιατί η κρίση είναι οικονομική.
Αν όντως δεν το κατανοούμε, τότε η αντίληψή μας της σύγχρονης πραγματικότητας δεν είναι επαρκής. Δεν έχουμε καταλάβει, δηλαδή, ότι όπως εξελίσσεται ο κόσμος, όλοι είναι ελεύθεροι να πετύχουν οικονομικά, αλλά εκείνοι που προλαβαίνουν να πετύχουν διακυβεύουν την οικονομική επιβίωση των υπολοίπων. Και για να μη θεωρηθεί ότι υστερούν σε κάτι εκείνοι που καθυστερούν, σπεύδω να πω ότι η έγκαιρη οικονομική επιτυχία είναι κυρίως υπόθεση όχι μιας ανθρώπινης ζωής που, στις μέρες μας, οικονομικά αρχίζει στα τριάντα περίπου χρόνια, αλλά υπόθεση γενεών επιτυχημένης οικονομικής πορείας, που καθιστά τους επιγόνους προπορευόμενους σημαντικά από εκείνους που μόλις αρχίζουν, χωρίς να έχουν ιστορία οικογενειακή κοινωνικής επίπλευσης.
Πολύ περισσότερο σήμερα, φυσικά, που ο κόσμος της οικονομίας είναι ορθάνοιχτος, την οικονομική επιβίωση των ανθρώπων στην Ελλάδα διακυβεύει η επιθετική οικονομική πολιτική και συνδιαλλαγή με ανθρώπους απ’ όλον τον κόσμο, που δεν ερωτούν αν αντέχει η ελληνική οικονομία την επιδρομή τους. Ούτως ή άλλως, όμως, ιστορικά, το ίδιο συνέβαινε ανέκαθεν. Κάποιοι προνομιακά τοποθετημένοι στην ιστορία εξαιτίας ενός οικογενειακού παρελθόντος επαρκώς επιτυχούς, προπορεύονται σε σχέση με άλλους, μη προνομιακά τοποθετημένους στο ιστορικό κοινωνικό γίγνεσθαι. Τίποτα καινούργιο, από την άποψη αυτή, τίποτα περίεργο, τίποτα που δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν αποφασίσουμε να αντικρίσουμε τα πράγματα όπως είναι, αντιστεκόμενοι στο φόβο που εγκυμονεί η κατά πρόσωπο αντιμετώπιση μιας πραγματικότητας που δεν μας ευνοεί και μας αγχώνει.
Τώρα, επειδή αναφέρθηκα στην τάση μας να αναφερόμαστε και σε άλλες κρίσεις, πέραν της οικονομικής, για να δικαιολογήσουμε την αδυναμία μας να ανταπεξέλθουμε στο πάντα ανταγωνιστικό κοινωνικό πλαίσιο και συγκείμενο, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι τέτοιες σκέψεις γίνονται παρελκυστικές και μάλιστα αποπροσανατολίζουν επικίνδυνα όταν τα προβλήματα διακυβεύουν την επιβίωσή μας καθεαυτή. Ο λόγος για την ηθική κρίση, ας πούμε, την κρίση αξιών και τη διαφθορά, δεν είναι λόγος που τον αρθρώνουν εκείνοι που δεν έχουν αξίες και εξαπατούν και διαπλέκονται. Είναι λόγος που διατυπώνουν όσοι υφίστανται και πάσχουν από τις ηθικές αυθαιρεσίες των άλλων. Δεν αναγνωρίζουμε, επίσης, όταν μιλάμε για τις μη οικονομικές κρίσεις, ότι είναι η οικονομική κρίση που τις φέρνει στην επιφάνεια. Αν όλοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, απολαμβάναμε ευμάρεια επαρκή, δεν θα μας απασχολούσε τόσο που κάποιοι παρανομούν για να το πετύχουν.
Τώρα, όμως, που οι περισσότεροι δυσκολεύονται ενοχοποιείται η ανέκαθεν θάλλουσα παρανομία. Τώρα, σημαίνει, βλέπουμε εκείνο που υπήρχε αλλά νομίζαμε δεν μας επηρεάζει. Είναι επειδή τότε που ως δημόσιοι υπάλληλοι, ας πούμε, αμειβόμασταν ικανοποιητικά, δεν συνειδητοποιούσαμε ότι εκείνοι που «φρόντιζαν» να μην έχουμε σοβαρά παράπονα, κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο για να θησαυρίζουν. Τώρα που το καταλαβαίνουμε, συνειδητοποιούμε ότι είναι αργά. Παρήλθε το κρίσιμο διάστημα, όμως, που έπρεπε να αντιδράσουμε, και υφιστάμεθα αδιέξοδα τις συνέπειες της αδυναμίας μας να καταλάβουμε τι γινόταν όταν προετοιμαζόταν η κρίση που βιώνουμε σήμερα.
Σήμερα, λοιπόν, ασκείται μια πολυσχιδής κριτική, που μας εκφράζει ποικιλοτρόπως. Το ερώτημα είναι: μας εκφράζει; Γιατί, αν υπομένουμε τον κόσμο που δεν μας εκφράζει στην Ελλάδα, σήμερα, είναι επειδή η κριτική, όπως ασκείται, διαμορφώνει την αντίληψή μας του κόσμου μας έτσι ώστε να ζούμε υπομένοντας και περιμένοντας. Ζούμε στον κόσμο της κριτικής της κρίσης μας. Φυσικά, κάποιος μπορεί να μου πει, ούτε υπομένουμε πια ούτε περιμένουμε τίποτα. Αυτό επιτρέψτε μου να το εξετάσω στο τέλος.
Προς το παρόν, ας δούμε: με ποιον τρόπο ασκείται κριτική σε όσα μας πιέζουν σήμερα; Ασκείται, πρώτα, ο κοινοβουλευτικός έλεγχος απ’ όλους, σε όλα τα κόμματα, προς όλους. Πρόκειται για μια συνεπτυγμένη στον εαυτό της κριτική, που την ακούν οι πολίτες αδρανείς, είτε συμφωνούν είτε διαφωνούν. Πολιτική κριτική ασκείται από τους πολιτικούς και από τα μέσα ενημέρωσης. Επίσης αδρανείς οι πολίτες, παρακολουθούν ανθρώπους να μιλάνε γι’ αυτούς αλλά χωρίς να μπορούν να αρθρώσουν λόγο, να παρέμβουν στις συζητήσεις αυτές, να διαφωνήσουν με όσα λέγονται γι’ αυτούς. Το ίδιο ισχύει και με την κριτική που ασκείται από δημοσιογράφους. Γίνεται λόγος για τους πολίτες απόντων των πολιτών, οι οποίοι, ωστόσο, ικανοποιούνται περισσότερο, γιατί, υποτίθεται, αρκετοί δημοσιογράφοι ασκούν κριτική στους πολιτικούς. Οι πολίτες, όμως, παραμένουν θεατές, παθητικοί και αδρανείς…
«Δημοσιογραφικά», βέβαια, ασκούν και οι πολίτες κριτική σήμερα, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είτε αναπαράγοντας τον δημοσιογραφικό λόγο, είτε γράφοντας οι ίδιοι αυτά που σκέφτονται. Εξαιτίας των μέσων αυτών, επίσης, συναθροίζονται εύκολα οι πολίτες σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Κοινωνικά κινήματα όπως το «Δεν πληρώνω», η «Σπίθα» του Μίκη Θεοδωράκη ή οι «Αγανακτισμένοι» δεν θα ήταν εφικτά χωρίς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όμως, και αυτή η κριτική εξαντλείται στην ίδια της τη φύση, η οποία είναι της μη πολιτικά οργανωμένης διαμαρτυρίας, της μη πολιτικά σημαντικής αντίδρασης. Υπάρχει, βέβαια, και η σάτιρα, η από τηλεόρασης, με πολιτικές διαστάσεις. Σατιρικές εκπομπές, με ζωντανό κιόλας κοινό, αποφορτίζουν την ένταση της ανάγκης των πολιτών για κριτική, και γίνονται η φωνή τους, που τη συνοδεύουν σαρκαστικά γέλια ή ειρωνικά μειδιάματα ή πικρά χαμόγελα. 
Αυτός είναι ο κόσμος μας της κριτικής για την κρίση, και «χάρη» σε αυτόν η κρίση διαιωνίζεται με την ανοχή μας, αφού η έκφραση της κριτικής άποψης για τα πράγματα εκφορτίζει σε μεγάλο βαθμό την ανάγκη μας για αντίδραση. Αυτό, φυσικά, δεν ισχύει μόνο για την Ελλάδα. Ισχύει και για την πιο σκληρή κριτική, που ασκείται από τους πιο δεινούς κριτικούς στην πιο ύποπτη πολιτική, για παράδειγμα την αμερικανική. Θυμηθείτε, ας πούμε την κριτική του φιλμ 9/11 στην πολιτική Μπους και στον ίδιον τον Μπους.
Η μεγάλη πολιτική πρόκληση, μετά απ’ όσα είπαμε, καταλαβαίνουμε φυσικά ότι είναι η επινόηση μιας κριτικής μεθόδου, ενός κριτικού λόγου, ο οποίος δεν θα ικανοποιεί μόνο την ανάγκη μας για κριτική, αλλά θα είναι υποσχετικός μιας άλλης μορφής ζωής από εκείνη που ζούμε και δεν μας αρέσει και έχουμε την ανάγκη να την κρίνουμε, και υιοθετούμε τις κριτικές απόψεις που εκφράζονται δημόσια γι’ αυτή. Οι κριτικές όμως απόψεις, αυτές που αναφέραμε, παρέχουν εναλλακτική θέα της πραγματικότητας, και μαζί ιδέες για μια εναλλακτική πραγματικότητα; Γιατί αυτό έχει σημασία πολιτικά και κοινωνικά, από κάθε άποψη: η κριτική να μας απαλλάσσει από το βάρος μιας πραγματικότητας που ασθμαίνουμε να την αισθανόμαστε να βαραίνει πάνω μας.

Για να μη μακρηγορώ: η εναλλακτική πραγματικότητα που περιμένουμε να εμπνευστούμε από την κριτική, θα προέλθει μόνο από τον εναλλακτικό κριτικό λόγο, από την προσπάθεια κριτικών να ξεπεράσουν την ευκολία της αναπαραγωγής της υπό κρίση πραγματικότητας με τον λόγο τους. Έτσι μπορεί να γίνει και η αρχή για μια εναλλακτική πολιτική κίνηση. Άλλωστε, μπορείτε να το διαπιστώσετε εύκολα. Τίποτα δεν είναι σημαντικό αν δεν είναι πολιτικά σημαντικό και υπολογίσιμο.
Είναι εύκολο και αυθόρμητο και αυτόματα συμβαίνει να τονίζουμε οι άνθρωποι τις διαφορές μας με τη συμπεριφορά μας, και την απόσταση, έτσι, που μας χωρίζει μεταξύ μας, να την πλαταίνουμε και να τη βαθαίνουμε. Την «τέχνη» αυτή την ξέρουμε καλά, ενστικτωδώς. Είναι επειδή αυθόρμητα, παιδιάστικα, υποκύπτουμε στην ανασφάλεια που ξεχειλίζει με το αίσθημα ότι η παρουσία του άλλου μάς απειλεί. Το αίσθημα είναι σωστό πολλές φορές. Κυρίως όταν εκπέμπουμε εμείς το σήμα ότι απειλούμε τους άλλους, με τον λόγο, τη συμπεριφορά και τα έργα μας. Προτρέχουμε να προκαλέσουμε ανασφάλεια για να μην την αισθανθούμε οι ίδιοι…
Κι όλη η πολιτική, εσωτερική και διεθνής, αυτό το παιχνίδι είναι: της υποβολής στους άλλους του αισθήματος του φόβου. Μια άσκηση κοινωνική, άρσης του καταλυτικού αυτού αισθήματος, και μαζί εμπέδωσης της ανάγκης της αλληλεγγύης, είναι να οργανωθούν πορείες στις οποίες οι άνθρωποι θα περπατούν προς τα πίσω, χωρίς να βλέπουν πίσω τους. Θα αφήνονται με εμπιστοσύνη σε όσους οπισθοχωρούν πίσω τους, για να μην πέσουν και να μη χτυπήσουν. Κι όσο πιο πίσω πάμε, τόση περισσότερη εμπιστοσύνη θα χρειάζεται, για να μην πέσουν όσοι προπορεύονται οπισθοχωρώντας πάνω μας… Αστειεύομαι, και δεν αστειεύομαι…
Η πολιτική πραγματικότητα στην Ελλάδα εξαντλείται μέρα με την ημέρα. Η κοινωνική πραγματικότητα διαλύεται. Πολύτιμος χρόνος χάνεται από ανθρώπινες ζωές, που δεν είναι απεριόριστες. Όταν σκεφτόμαστε για μας, για το πώς πρέπει να ζήσουμε, για να καταλάβουμε αν σκεφτόμαστε σωστά, και χωρίς ψευδαισθήσεις, πρέπει να μπορούμε να σκεφτούμε πώς θέλουμε να ζήσουν τα παιδιά μας. Σε ποια Ελλάδα; Σε μια χώρα που θα νομίζουν ότι μπορούν να εμπιστευτούν τους συμπολίτες – συμπατριώτες τους; Σίγουρα έχουμε αυτή τη χώρα; Αν όχι, πρέπει να αρχίσουμε να τη φτιάχνουμε, ή να προσπαθήσουμε, αν θέλουμε τα παιδιά μας να προλάβουν να ζήσουν σ’ αυτή.
Το επόμενο πολιτικό σύνθημα, επομένως, για την Ελλάδα του μέλλοντος, θα πρέπει να είναι: «εμπιστοσύνη». Όσοι δεν μπορούν να την αισθανθούν, δεν θα θέλουν να συμμετάσχουν στο πολιτικό κίνημα που μας υπόσχεται μέλλον… Κι έτσι θα ξέρουμε πόσοι είμαστε!

Κινηματογράφος "Δεξαμενή", Κολωνάκι, 13/07/2016




Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

25η Μαρτίου 2016 (Επετειακός λόγος, Ναός Αγίου Σπυρίδωνος, Λευκωσία)

Ημέρα μνήμης σήμερα για τον Ελληνισμό! Η 28η Οκτωβρίου, η 25η Μαρτίου, η 1η Απριλίου μάς θυμίζουν ότι ο Ελληνισμός είναι συνώνυμο της Δικαιοσύνης. Αντικριστές οι δυο επέτειοι, της 25ης Μαρτίου και της 1ης Απριλίου, σαν δυο ηλιαχτίδες  πλημμυρίζουν με φως το ολάνθιστο τοπίο της ανοιξιάτικης Κύπρου.
Επανάσταση σημαίνει Δικαιοσύνη. Αδικία είναι να υπομένεις ζυγούς, εξευτελισμούς, καταπίεση, την υποτίμηση των ισχυρών που σε θέλουν ανίσχυρο. Αυτές τις αδικίες ο Έλληνας ποτέ δεν τις ανέχθηκε στην ιστορία του. Αργά ή γρήγορα, όταν συντρέξουν περιστάσεις βοηθητικές, όπως λέει ο Φωτάκος στα «Απομνημονεύματα» του, ο Έλληνας σηκώνει κεφάλι, αντρειεύεται, βάζει τον Σταυρό μπροστάρη και προχωρεί για μια ζωή των παιδιών του ελεύθερη, που μπορεί να του στοιχίσει τη δική του ζωή…
Για την Επανάσταση του ‘21 γράφονται και λέγονται πολλά. Από το δέος εκπηγάζοντα κάποια, μπροστά στη θυσία των Ελλήνων για την ελευθερία τους, από τον ψυχρό ιστορισμό εμπνεόμενα αλλά, που τονίζουν τα δεινά που συνόδευσαν την Επανάσταση ή το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν κέρδισε πλήρη την ελευθερία της, αλλά παρέμεινε εξαρτωμένη από τις Μεγάλες Δυνάμεις, που τη βοήθησαν στον αγώνα. Ό,τι κι αν λέγεται για την Επανάσταση, ένα παραμένει σίγουρο. Αν οι Έλληνες δεν ξεσηκώνονταν τότε, αν δεν τολμούσαν να τα βάλουν με το θηρίο της Οθωμανικής κατοχής, η Ελλάδα θα ήταν ακόμα επαρχία της Τουρκίας, και, ενδεχομένως, η ίδια η Ευρώπη να ανήκε στην τουρκική επικράτεια…
Δεν τα λέω αυτά με διάθεση υποτιμητική για την Τουρκία. Κάθε άλλο! Αναγνωρίζω ότι ήταν πολύ ισχυρή, για να υποδουλώσει την Ελλάδα για τετρακόσια χρόνια, για να μεγαλώσουν γενιές Ελλήνων με το αίσθημα της υποτέλειας να πλημμυρίζει την ύπαρξή τους. Μιλάμε για τις επαναστάσεις των Ελλήνων για να θυμόμαστε ότι οι άλλοι, οι δυνάστες, μας υποτίμησαν, μας νόμισαν ανάξιους να είμαστε ελεύθεροι, αξιοπρεπείς, κύριοι του εαυτού μας, της γης μας, προστάτες των παιδιών μας.
Ο αγώνας των Ελλήνων του ‘21 ήταν τιτάνιος, η προετοιμασία εργώδης. Γράφει ο Φωτάκος: «Όλαις ταις νύχταις τουφεξίδες (οπλοποιοί), σιδηρουργοί, ξυλουργοί και άλλοι εδούλευαν κρυφά από τους Τούρκους και από ταις γυναίκες των τα αναγκαία του πολέμου και ήταν εμποδισμένον και αφωρισμένον να κάμνουν μεταξύ τους φιλονικίας και εξηγήσεις δια τον μέλλοντα σκοπόν του. Διά τούτο καθένας εργάζετο κρυφά εις το σπίτι του, διόρθωνε το τουφέκι του, έπλενε τα πιστόλια του, επήγαινεν εις το λόγκο και έχυνε βόλια με το μονοκάλουπον και καθ’όλα προετοιμάζετο. Ό, τι άκουαν οι Έλληνες περί της ελευθερίας των το επίστευαν και εφαρμόσθη η κοινή παροιμία, να μου λέγεις    ό, τι αγαπώ και το πιστεύω.»
Δεν την ήξερα την παροιμία αυτή, πρέπει να πω, την ελληνική, αλλά καταλαβαίνω γιατί είναι Ελλήνων παροιμία: «να μου λέγεις ό, τι αγαπώ και το πιστεύω». Εκείνος που μπορεί να αγαπά μπορεί και να πιστεύει. Την πίστη στην Επανάσταση την ενεφύσησε και η Εκκλησία στους πιστούς της.
          Η Εκκλησία, με τις δυνάμεις που είχε, μιλούσε με τις ευχές της στους Έλληνες γι’ αυτό που αγαπούσαν: «Οι αρχιερείς εσυγχωρούσαν εις τους ιερείς να διαβάζουν εις τας εκκλησίας παρακλήσεις νύκτα και ημέραν προς τον θεόν διά να ενισχύση τους Έλληνας εις τον μέλλοντα αγώνα· και εις τους πνευματικούς δε και εις τους άλλους κληρικούς εσυγχώρησαν να παρακινούν κατά την εξομολόγησίν των τους Έλληνας εις την επανάστασιν, και να την θεωρούν ως συγχωρημένην θρησκευτικώς· διότι ο θεός όλους τους ανθρώπους έπλασεν ελευθέρους. Πολλοί δε μάλιστα των αρχιερέων ως ο Έλους Άνθιμος, έκαμαν επίτηδες και ευχάς, τας οποίας έδιδαν εις τους ιερείς των επαρχιών των και τας εδιάβαζαν μετά την παράκλησιν.»
          Ν’ αγαπάς την ελευθερία σημαίνει να είσαι άνθρωπος με θάρρος, άνθρωπος που θέλει ν’ αγαπάει τους ανθρώπους, να χαίρεται τη ζωή μαζί τους. Το ίδιο κι ένας λαός, ένα έθνος. Οι Έλληνες δεν είναι μισάνθρωποι, είναι φιλάνθρωποι. Δείτε την απόδειξη σήμερα, που φιλοξενεί η Ελλάδα χιλιάδες μετανάστες στη γη της, ανθρώπους που άφησαν πίσω την αγαπημένη τους πατρίδα για να επιβιώσουν, αυτοί και τα παιδιά τους, και να μπορούν να επιστρέψουν κάποτε, για να ξαναζήσουν στη γη τους. Ποιος Έλληνας στην Κύπρο, σ’ όποιο κόμμα κι αν ανήκει, δεν θέλει να δει τα τουρκικά στρατεύματα να φεύγουν από το νησί; Ποιος Ελληνοκύπριος δεν προσμένει την ημέρα που ο Πενταδάχτυλος θα σηκώσει την ψιλόλιγνη ράχη του; Πολλοί Τουρκοκύπριοι το θέλουν επίσης: να γίνει το βουνό που μας χώρισε διπλή γροθιά, που θα πλέξουν τα δάχτυλα ανθρώπων ελεύθερων από τη μια και την άλλη πλευρά, ανθρώπων που τους χώρισαν και τους χωρίζουν ξένοι σ’ αυτόν τον τόπο…
           Η ελευθερία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη για τους Έλληνες· είναι όρος για να μπορούν να σκέφτονται, να μιλούν, να εργάζονται και να δημιουργούν. Η ελληνική γη είναι φιλόξενη για τους ξένους που τη σέβονται, που δεν την εποφθαλμιούν για να την κατακτήσουν, να τη στερήσουν από τους φυσικούς κατοίκους της, που την πονάνε και, μια αγκαλιά, την προστατεύουν με επίγνωση των θυσιών που χρειάστηκαν για να μείνει δική τους.
          Λέει ο Γέρος του Μωριά, ο Κολοκοτρώνης, στον περίφημο λόγο του σε μαθητές, στην Πνύκα:
   «Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε ποιοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μια βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας , και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπετάνιοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.»
           Τους Έλληνες δεν μας αφήνει η ιστορία μας να αποκάμουμε, να κιοτέψουμε, να δειλιάσουμε στη γλώσσα της Επανάστασης του ’21, να παραδώσουμε τα όπλα. Η ιστορία μας, κυρίως, δεν μας αφήνει να βάλουμε από το Δίκιο πιο πάνω τίποτα, κυρίως όχι το φόβο μας, την εντύπωση πως το άδικο μπορεί να νικάει στους αιώνες. Οι αιώνες που έκαναν υπομονή, και στο τέλος νίκησαν οι Έλληνες και το δίκιο τους, είναι η τρανή, η ολόδική μας, των Ελλήνων, απόδειξη! Χρόνια πολλά! 

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Οι Έλληνες, που παραμένουν άνθρωποι…




Οι πρόσφυγες που παραδέρνουν στη διαδρομή από τη Μέση Ανατολή στο πουθενά μάς δίνουν την ευκαιρία να σκεφτούμε κάτι σημαντικό: η ανθρωπιστική κρίση που προκάλεσε η κερδοσκοπική ασυδοσία των τζογαδόρων τραπεζιτών Ευρώπης και Αμερικής, «περιορισμένη» καθώς ήταν, υποτίθεται, σε κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν πανικόβαλε τους ταγούς του ευρω-συστήματος όπως τους πανικοβάλλει η ειρηνική επέλαση των καταδιωγμένων από τις εστίες τους, Σύριων και άλλων. Λες και δεν είναι άνθρωποι εκείνοι που δυστυχούν ως πολίτες της Ελλάδας και της Ισπανίας και των άλλων χωρών που βρέθηκαν στο κέντρο της δίνης της κρίσης, εκείνοι που αυτοκτονούσαν και αυτοκτονούν…
Εμείς, βέβαια, οι πολίτες των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είμαστε υπό τον έλεγχο των κρατών μας. Η ζωή – και ο θάνατός μας – διέπεται από τους εθνικούς και τους ευρωπαϊκούς νόμους. Όσοι όμως, τώρα, κατά χιλιάδες, περιφέρονται στην Ελλάδα ως πρόσφυγες και ζητούν να περάσουν τα βόρεια σύνορα για να διαχυθούν στην Ευρώπη, είναι ανεξέλεγκτες ανθρώπινες μάζες, που δεν περιορίζονται από καμία συνθήκη ευρωπαϊκή, δεσμευτική για τη ζωή τους. Η Ευρώπη αρνείται να υποδεχθεί, όπως υποτίθεται συνομολογήθηκε, όσους διαφεύγουν των σφαγών που συντελούνται στη γη τους.
Ο λόγος είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί ζητούν βοήθεια χωρίς να έχουν να προσφέρουν τίποτα. Αυτό ξεφεύγει από τα όρια της αντίληψης, ατομικής και συλλογικής, των Ευρωπαίων. Μόνο οι Έλληνες το καταλαβαίνουν και προσπαθούν να το διαχειριστούν ως συνθήκη μιας ζωής στην πατρίδα τους που περιέχει και ξένους, ανέστιους, αβοήθητους ανθρώπους. Αυτό που σκέφτονται οι Έλληνες, στην πλειοψηφία τους, είναι ότι πρέπει να βοηθήσουν τον πάσχοντα συνάνθρωπό τους, όποιας εθνικότητας, χρώματος, θρησκείας, ηλικίας. Δεν έχουν κάτι να κερδίσουν από τη βοήθεια που προσφέρουν, και μάλιστα γι’ αυτό το κάνουν.
Αυτή είναι η διαφορά ακόμα, ευτυχώς, των Ελλήνων από αρκετούς άλλους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Ο Έλληνας ακόμα βρίσκει ότι αξίζει να βοηθάει χωρίς αντάλλαγμα, επειδή αυτό τον κάνει να αισθάνεται καλά για τον εαυτό του. Είναι αυτό που ποτέ δεν έμαθαν ή το ήξεραν και το ξέχασαν άλλοι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί ή, σε κάθε περίπτωση, δεν το ευνοούν οι ηγεσίες τους. Η ελληνική ηγεσία, που το ευνοεί, στην ουσία υποστηρίζει τον αυθορμητισμό των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι, όσα και αν πάσχουν εξαιτίας της παθογένειας που εγκυμονεί η συνύπαρξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση με πληθυσμούς αλλιώς διακείμενους, δεν διστάζουν να υποστηρίξουν με το υστέρημα των δυνάμεών τους όσους μπορούν, ανίσχυρους και απελπισμένους πρόσφυγες.
Οι Έλληνες θα επιβιώσουν και έτσι. Όπως επεβίωσαν ανθιστάμενοι σε πλείστες όσες επιθέσεις έξωθεν και έσωθεν, θα επιβιώσουν και τώρα. Εκείνοι που αισθάνονται ότι απειλείται η επιβίωσή τους από πεινασμένα παιδιά και ανήμπορους ηλικιωμένους, από γυναίκες σε απόγνωση και από ανάπηρους πρόσφυγες, δεν καταλαβαίνουν ότι ο μεγάλος τους εχθρός είναι ο ανερμάτιστος εθνικισμός που γιγαντώνεται στα σπλάγχνα χωρών όπως η Αυστρία, στην οποία άλλωστε δεν είναι ξένη ούτε η νοοτροπία ούτε τα αισθήματα που ευνοεί ο φασισμός.
Όσο κι αν η Ελλάδα πάσχει από την αδυναμία της να φιλοξενήσει όπως θα ήθελε τους πρόσφυγες, οι αντιδράσεις των γειτόνων, κοντινών και μακρινών της στην          Ευρώπη, δεν θα την πλήξουν περισσότερο απ’ όσο έχει πληγεί ήδη. Αντίθετα, είναι η ευκαιρία για τους Έλληνες, λαό και ηγεσία, να επαναπροσδιοριστούμε εθνικά σε αυτό που είμαστε: έθνος που ανέκαθεν αφομοίωνε το διαφορετικό επειδή είχε τη δύναμη να πείθει για τις δικές του αξίες. Αυτή τη δύναμη δεν την έχει η υπόλοιπη Ευρώπη, με διαβαθμίσεις φυσικά. Δεν έχουν τη δύναμη να υποδεχθούν τους πρόσφυγες όχι επειδή οι προθέσεις των προσφύγων είναι αλλότριες και ύποπτες, αλλά επειδή οι ίδιοι που βδελύττονται τους ανέστιους δεν έχουν εμπιστοσύνη στην ηθική τους υπόσταση, που θα τους επιτρέψει να παραχωρήσουν χώρο στη γη και την ψυχή τους σ’ εκείνους που, ενδεείς και περιδεείς όντες, μόνο την ψυχή και τα χέρια τους έχουν να δώσουν στη χώρα που θα τους φιλοξενήσει.

   Είναι ευκαιρία οι Έλληνες να πιστέψουμε περισσότερο σε αυτό που είμαστε και να πάψουμε να οικτίρουμε εαυτούς που δεν μπορέσαμε να γίνουμε αυτό που απεχθανόμαστε: εγωπαθή ανθρωποειδή, που τρέμουν στην ιδέα ότι το προσφυγόπουλο που κλαίει από την εξάντληση θα μας διαλύσει την εντύπωση ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο που φτιάχτηκε μόνο για εμάς…    

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Αλέξανδρος Σβώλος


Ήταν 23 Φεβρουαρίου του 1956, που πέθανε ο Αλέξανδρος Σβώλος, ο πρωτοπόρος συνταγματολόγος, ο Σοσιαλδημοκράτης, που διετέλεσε πρόεδρος της Κυβέρνησης του Βουνού (ΕΑΜ – ΕΛΑΣ) το 1944. "Φανατικός της μετριοπάθειας", όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του, υπήρξε χαρισματικός πανεπιστημιακός δάσκαλος, αλλά και ως πολιτικός το ίδιο: δάσκαλος! Μετά τον εθνικό αλληλοσπαραγμό η Βουλή των Ελλήνων είχε δύσκολο έργο να επιτελέσει. Ένας από τους λίγους Νέστορες που το πήραν στους ώμους τους, ήταν ο Σβώλος. Στις 26 Απριλίου του 1950, ως Πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΛΔ, εξεφώνησε στη Βουλή την παρθενική του ομιλία. Σ' εκείνη την ομιλία του ο Σβώλος έδωσε υπέροχο ένα δείγμα διαυγούς πολιτικής σκέψης, παρρησίας  και μετριοπάθειας. Επισημαίνει δύο καίριες αποτυχίες του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος ως τότε, που δεν είναι άλλες από αυτές που μας κατατρύχουν ακόμα: "χρήση διοικητικών μεθόδων βίας" και "εξαθλίωση των λαϊκών μαζών". Όσο για τα σκάνδαλα, που υπήρχαν και τότε, δεν τρέφει αυταπάτες: είναι εύλογα απότοκα του καπιταλισμού! Η ευχή του παραμένει διαχρονική: να πεθαίνουμε ξέρουμε οι Έλληνες, πρέπει να μάθουμε και να ζούμε! Αντιγράφω από τα "Τετράδια Κοινοβουλευτικού Λόγου" (Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2010, (309 - 310):

"Νοµίζω ὅτι δύο εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ καὶ ὅτι ἀπὸ ἀµφότερα εἶχε κορεσθῆ καὶ κουρασθῆ τὸ πιὸ µεγάλο µέρος τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἡ χρῆσις διοικητικῶν µεθόδων βίας καὶ ἡ ἐξαθλίωσις τῶν λαϊκῶν µαζῶν. ∆ὲν θέλω νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως ἕνα τρίτον στοιχεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται πολὺς λόγος, τὰ σκάνδαλα τῆς τετραετίας, ὄχι διότι θὰ ἤθελα εἰς τὸ σηµεῖον αὐτὸ νὰ ὑπάρχουν πρῶτον αἱ θετικαὶ ἀποδείξεις καὶ ἡ ὁριστικὴ καταδίκη τῶν ὑπαιτίων, ἀλλὰ διότι δι’ ἡµᾶς ἡ κριτική, τὴν ὁποίαν ἠσκήσαµεν καὶ ἀσκοῦµεν κατὰ τῶν ἔργων τῆς παρελθούσης τετραετίας, ἐντοπίζεται κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὰ ἄλλα θέµατα ὡς κύρια και κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὸ θέµα τῶν σκανδάλων καὶ τῶν καταχρήσεων. Ὄχι διότι δὲν µᾶς ἐνδιαφέρει ὁ ἠθικὸς καθαρµός, κ. Βουλευταί, ὄχι διότι ἔχοµεν οἱανδήποτε ἀνοχὴν πρὸς οἱασδήποτε καταχρήσεις, εἴτε τοῦ δηµοσίου χρήµατος, εἴτε τῆς θέσεως οἱουδήποτε πρὸς σκοποὺς ἰδιοτελεῖς, ἀλλὰ διότι σὰν σοσιαλιστὲς πιστεύοµεν, ὅτι εἶναι σχεδὸν ἀναπόφευκτα αὐτὰ τὰ πράγµατα εἰς τὸ καπιταλιστικὸν καθεστώς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διεπόµεθα. Καί, ἐπὶ πλέον, θὰ ἔλεγα ὅτι πρέπει µὲν νὰ τὰ πατάσσωµεν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι πράγµατα, τὰ ὁποῖα σχεδὸν τὰ ἀναµένοµεν, ἐφόσον ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ οἰκονοµικὴ καὶ πολιτικὴ ζωή µας ἐπηρεάζονται ἀπὸ αὐτὴν τὴν πανίσχυρον δύναµιν, ποὺ ἡµεῖς δὲν παύοµεν νὰ καταγγέλλωµεν, τὴν δύναµιν τῆς οἰκονοµικῆς ὀλιγαρχίας. 
... Πράγµατι ἀπὸ τῶν Θερµοπυλῶν µέχρι σήµερον οἱ Ἕλληνες ἔχουν ἀποδείξει ὅτι ξέρουν νὰ πεθαίνουν. Νοµίζω ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀποδείξωµεν ὅτι ξέροµεν καὶ νὰ ζῶµεν. Καὶ ὅταν λέγω τοῦτο, ἐννοῶ τὴν ζωὴν ποὺ δηµιουργεῖ ἔργα καὶ ἀξίας διὰ τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τὸν πολιτισµὸν τοῦ κόσµου. Καὶ δὲν ἀποτελεῖ κανενὸς εἴδους µείωσιν τῶν ἀρετῶν ἑνὸς λαοῦ, ἀφοῦ ἔδωσε µυριάδας ἀποδείξεις τῆς δυνατότητός του νὰ θυσιάζεται γενναίως, νὰ θελήσῃ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἱκανὸς νὰ δηµιουργήσῃ µίαν ζωήν, ποὺ νὰ ἀποτελῇ συνεισφορὰν εἰς τὴν κοινωνικήν του εὐηµερίαν καὶ τὸν πολιτισµόν."

https://www.youtube.com/watch?v=ubcGw46JBS0

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Πολιτικοί ή ιδιώτες; Οι εκλογές στην Κύπρο


Ο φετινός Ιανουάριος δείχνει στο μεσουράνημα του καινούργιου χρόνου εκλογές για την Κύπρο, το ξεκίνημα μιας καινούργιας εποχής για την πολιτική ζωή του τόπου. Τα τελευταία τρία χρόνια η Κύπρος μέτρησε πληγές και ασθένειες δυσανάλογες της επουλωτικής δύναμης του πολιτικού οργανισμού της, ασύμμετρες για την ανοσοποιητική ισχύ του πολιτικού της συστήματος.
Η παθογένεια της διαπλοκής επίορκων θεσμικών λειτουργών με κερδοσκόπους τυχοδιώκτες, η αδιαφορία και η συγκάλυψη της διαπλοκής από αμοραλιστές πολιτικούς παράγοντες καθώς και η αμηχανία του κοινωνικού σώματος δεν είναι πρόσφατα φαινόμενα, φυσικά. Τα τελευταία χρόνια, όμως,  δεδομένης της οικονομικής δυσπραγίας που κατέληξε με την ευρωπαϊκής έμπνευσης αφαίμαξη των καταθέσεων από τις κυπριακές τράπεζες, η σήψη απογείωσε τον πολιτικό πυρετό και τα πολιτικά ζητήματα γίνονται επείγοντα από χλιαρά που ήταν.
Η πολιτική, όμως, είναι οι πολιτικοί. Αυτό που δεν μπορούν να παράξουν οι πολιτικοί ως ήθος δεν μπορεί να χαρακτηρίζει τη γενικότερη κατάσταση του κοινωνικού σώματος. Στις επερχόμενες εκλογές, λοιπόν, θα κριθεί το κριτήριο των πολιτών για την επιλογή των πολιτικών που θα τους εκπροσωπήσουν. Ένα είναι το κριτήριο: όσοι προαλείφονται για  βουλευτές είναι καλύτερα να παραμείνουν ιδιώτες ή πρέπει να τους δοθεί άδεια εισόδου στο Κοινοβούλιο;
            Το δίλημμα, δυστυχώς, παίρνει σάρκα και οστά εξαιτίας της συμπεριφοράς συγκεκριμένων βουλευτών μεγάλου κόμματος, που κρίνεται ακόμα και ποινικά ελέγξιμη. Είναι προφανές: όσοι υπερθεματίζουν για το προσωπικό τους θυμικό, που τους καθιστά έρμαια των πιο άλογων ενστίκτων, είναι καλύτερα να παραμένουν ιδιώτες. Η πολιτική διαγωγή τέτοιων πολιτικών δεν μπορεί να μην επηρεάζεται από την ανάγκη τους να εκφράσουν όσα ακόμα και ως ιδιώτες θα έπρεπε να διστάζουν να εκδηλώνουν ως συμπεριφορά.
            Ο πολιτικός δεν μπορεί καθεαυτόν να ανήκει στον εαυτό του. Όπως ούτε ο δάσκαλος ούτε ο γιατρός. Αν αναφερόμαστε σε λειτουργήματα, μάλιστα, και λάβουμε υπόψη την αναλογία της ευθύνης του καθενός για την πόλη, προφανώς ο πολιτικός είναι αδιανόητο να έχει τον χρόνο ή την πολυτέλεια να σκέφτεται ή να φροντίζει για τον εαυτό του. Τα άλλα δύο επαγγέλματα, του δασκάλου και του γιατρού, έχουν εργασιακό χρόνο, πολύ εκτεταμένο. Του πολιτικού το επάγγελμα δεν έχει. Είναι όλος ο χρόνος του, και κυρίως όλος ο εαυτός του.
            Όσο για τον χαρακτηρισμό «επάγγελμα», αλίμονο αν δεν τονίζουμε ότι η πολιτική είναι επάγγελμα. Κάθε επαγγελματίας κρίνεται γι’ αυτό που παράγει ως κοινωνικό έργο και υπόκειται στις συνέπειες της κοινωνικής κρίσης, θετικές ή αρνητικές, για το έργο του. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τους πολιτικούς, που τους ορίζω, εγώ προσωπικά, ως τους προστάτες της πόλης, της χώρας, ως τους επαγγελματίες ενδιαφερομένους για τους πολίτες, για τους ιδιώτες. Οι ιδιώτες δεν αναμένεται να επαγγέλλονται ό,τι οι πολιτικοί. Οι πολιτικοί, οπωσδήποτε, αναμένεται να μη συμπεριφέρονται ως ιδιώτες. Καλή αρχή, μ’ αυτές τις σκέψεις, στην προεκλογική περίοδο!