Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Τα Ευαγγελικά και ο Ευάγγελος


Αρχείο:Evangelika1901.jpg

Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, ο παρενθετικός, «γράφει» την επικεφαλίδα στην ιστορία ενός κόμματος, της Ν.Δ.. Ο τίτλος της Ν.Δ., που μπήκε σήμερα στη Δ.Ε.Θ., είναι: «η αμετανόητη εξουσία».
Δεν μετανιώνουν δύο είδη ανθρώπων: εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους αθώο και εκείνοι που δεν μπορούν παρά να εγκληματούν. Οι εκ πεποιθήσεως επαγγελματίες της εξουσίας ανήκουν, εκ των πραγμάτων, στη δεύτερη κατηγορία. Η ιστορία της Ν.Δ. έχει να επιδείξει μια αισχρή προϊστορία, η οποία αρχίζει από τους «νοικοκυραίους» που δολοφόνησαν τον Καποδίστρια, περνάει από τα «Ευαγγελικά» και τις δολοφονίες για τη γλώσσα, συνεχίζει στη βαρβαρότητα της δικτατορίας του Μεταξά και φθάνει στη δολοφονία του Λαμπράκη.
Οι φοιτητές που ξεχύθηκαν στους δρόμους τον Νοέμβριο του 1901, αφιονισμένοι από τις προτροπές του Μιστριώτη, του δασκάλου τους στο Πανεπιστήμιο, του εκπροσώπου της συντήρησης της εποχής, δεν διαφέρουν από τους οπαδούς της Ν.Δ. από τη μεταπολίτευση και μετά, που γίνονται όργανο, άλλοι ηθελημένα άλλοι άθελα, για την εξυπηρέτηση της εξουσιομανίας και των κατεστημένων συμφερόντων των  πολύφερνων δεξιών μνηστήρων της εξουσίας. Ο αρχηγός τους, σήμερα, ο σύγχρονος Μιστριώτης, και ως παλαιός αρχηγός της νεολαίας της Ν.Δ., εξέπεμψε σήματα κινδύνου και κάλεσε τους «νουνεχείς» πολίτες να μην επιτρέψουν στον «ατίθασο και επιπόλαιο νέο», τον Α. Τσίπρα, έναν άλλον Αλέξανδρο Πάλλη, να συνεχίσει τους πειραματισμούς του.
Ο Α. Πάλλης ήταν ο λόγιος βαμβακέμπορος που «τόλμησε» να μεταγλωττίσει τα Ευαγγέλια στις αρχές του 20ου αιώνα. Το εγχείρημά του κρίθηκε από κάποιους δεινοσαύρους του πανεπιστημιακού κατεστημένου, από τους γλωσσαμύντορες της εποχής (Κόντος, Βάσης, Μιστριώτης), ως έγκλημα καθοσιώσεως εναντίον της γλώσσας και του έθνους. Το όραμα του Α. Πάλλη και άλλων πλείστων όσων δημοτικιστών δικαιώθηκε μετά  από επτά δεκαετίες, όταν η πτώση της Χούντας σηματοδότησε την παρακμή της καθεστωτικής δεξιάς, που συσσώρευσε στο σώμα του ελληνισμού τοξικές ουσίες που ακόμα το κρατούν φιλάσθενο και αδύναμο.
Τέτοιος λόγος, τοξικός, ήταν ο λόγος του Ε. Μεϊμαράκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ατόφιος απόηχος της χειρότερης δεξιάς ρητορικής, περιείχε μόνο πικρόχολες δήθεν διαπιστώσεις και ιερεμιάδες της πιο άθλιας πρόθεσης: εκείνης που έχουν συμπλεγματικοί, μισάνθρωποι ιεροκήρυκες, οι οποίοι ηδονίζονται στη σκέψη των ενοχών που προκαλούν στους καθηλωμένους, λόγω Θείας Λειτουργίας, ακροατές τους. Αυτά διανθίζονταν με μια εμετική επίφαση μεγαλοθυμίας, ώριμης δήθεν διάθεσης να συγχωρέσει το «παιδί» που παρέκκλινε από την οδό της σωφροσύνης, της σύνεσης, της παρθενίας, και τόλμησε να αμφισβητήσει την εξουσία του ευρωπαϊκού ιερατείου της δεξιάς, να κοροϊδέψει την τελετουργία των μασονικής έμπνευσης συναθροίσεων των αρχιερέων της πολιτικής νομιμοφροσύνης στην Ευρώπη. Κι ένα ακόμα «έγκλημα» του Α. Τσίπρα. Τόλμησε να μη θέλει να συνεργαστεί με το παραδοσιακό εξουσιαστικό κατεστημένο στην Ελλάδα, που εκπροσωπεί τώρα ο μυστακοφόρος μύστης των μυστηρίων του συντηρητικού αυτισμού.
Του Ε. Μεϊμαράκη, αν τύχαινε να τον συναντήσω και να πρέπει να συνεργαστώ μαζί του, θα με ανησυχούσε το ύφος του όταν δεν παίζει τον πολιτικό του ρόλο, τον δοσμένο στα άδυτα δώματα του δεξιού πάλαι ποτέ κάστρου, τώρα παράγκας. Είναι το βλέμμα των ανθρώπων του είδους του, που έχω μάθει, επειδή πάθει, να τους ξεχωρίζω από μακριά, και να τους αποφεύγω. Προσηλωμένο κάτω, συνήθως, στα παπούτσια τους ή τις ακαθαρσίες του δρόμου, ανεβαίνει σιγά - σιγά προς τα πάνω, σημαδεμένο από την οδύνη του ανθρώπου που πρέπει, «για μια ακόμα φορά», να υποκριθεί ότι επικοινωνεί με τον κόσμο, ενώ αισθάνεται καλά μόνο όταν κλείνεται στον εαυτό του, στην προσπάθειά του να σκεφτεί γιατί κατάφερε «μόνο τόσα» στη ζωή του.

 Ο Ε. Μεϊμαράκης έπρεπε και δεν έπρεπε να είναι τώρα αρχηγός της Ν.Δ.. "Έπρεπε" γιατί είναι η τελευταία πειστική εφεδρεία της αμετανόητης δεξιάς. Δεν έπρεπε γιατί, ως τελευταία εφεδρεία, θα κάνει τα πάντα για να ευοδωθεί η ύστατη ελπίδα της Ν.Δ. να επιβιώσει. Γι’ αυτό, το δηλητήριο που εκχέει ο λόγος του είναι άφθονο. Δεν ορρωδεί να το σπαταλήσει αδιάκριτα, πάνω στη συνείδηση κάθε Έλληνα που τον ακούει. Είναι το ίδιο ένστικτο που οδήγησε στη δολοφονία του Καποδίστρια. Εύχομαι τώρα, στην πολιτική αυτή μάχη, να μην είναι παρόμοιο το αποτέλεσμα …

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Το εκλογικό ένστικτο

Η εκλογική επιλογή, η απόθεση της ψήφου του πολίτη σ’ ένα κόμμα, απηχεί την τάση της ιδιοσυγκρασίας του, μόνιμη ή συγκυριακή. Των κομμάτων η επιτυχία κρίνεται από το είδος της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας που έχουν καταφέρει να εκπροσωπούν. Όσο μονιμότερος ο ανθρώπινος χαρακτήρας που εκπροσωπεί ένα κόμμα, τόσο συμπαγέστερη η εκλογική του δύναμη, τόσο μακροβιότερο το κόμμα.
            Η Ν.Δ., από την άποψη αυτή, είχε τον συμπαγέστερο εκλογικό πληθυσμό της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Τα πρόσωπα που ηγούνταν του κόμματος, μέχρι και τον Κ. Καραμανλή, τη συμβολική ολοκλήρωση της δυναστείας των παρελκυστικών προσωπικοτήτων του κόμματος, συντήρησαν την εκλογική δυναμική της Ν.Δ. για 35 χρόνια. Εκπροσώπησαν το εκλογικό σώμα των ανθρώπων που δεν εμπιστεύονταν τη σκέψη τους στην κάλπη. Έδιναν τα πρόσωπα που ποδηγέτησαν τη συμπαγέστερη εκλογική μάζα στην Ελλάδα την εντύπωση στους ψηφοφόρους τους ότι η ψήφος τους στη Ν.Δ. ήταν ψήφος που δεν χρειαζόταν να σκεφτούν αν είναι ορθή. Αρκούσε η παρουσία των ηγητόρων της Ν.Δ. στο πολιτικό προσκήνιο για να αισθάνονται ασφαλείς πολίτες ιδιοσυγκρασιακά επιρρεπείς σε ανασφάλειες κάθε είδους.
            Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ως αντίβαρο στη δεξιά παράταξη, εκπροσώπησε ανθρώπους οι οποίοι είδαν στο πρόσωπο του Ανδρέα Παπανδρέου την ευκαιρία να εκφραστεί η ιδιοσυγκρασιακή τους αυτοπεποίθηση, που δεν μπορούσε να εκφραστεί από την αριστερά του Κ.Κ.Ε., το οποίο ανέκαθεν, και τώρα, εκπροσωπεί ανθρώπους οι οποίοι, στο όνομα της κομματικής αυθεντίας, αμέσως αναστέλλουν τη διάθεση που έχουν να σκεφτούν επαναστατικά, και επομένως αυτόνομα, οι ίδιοι. Ο Α. Παπανδρέου, ενώ ποδηγετούσε συναισθηματικά και ιδεολογικά μια μεγάλη εκλογική μάζα, καλλιεργούσε την ψευδαίσθηση στους ψηφοφόρους του ότι σκέφτονται οι ίδιοι για λογαριασμό τους, ενώ σκεφτόταν ο αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για εκείνους. Η πρόσκληση της Φ. Γεννηματά στα φαντάσματα των ψηφοφόρων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της εκλογικής δεξαμενής του κόμματος στη δεκαετία του ’80, να επιστρέψουν «στο σπίτι τους», είναι ο απόηχος της παπανδρεϊκής σαγήνης, στο πρόσωπο μιας γυναίκας που εκπροσωπεί,  με το όνομα του πατέρα της, την παλιά φρουρά των παρελκυστικών πολιτικών προσωπικοτήτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Το φαντασματικό όμως σώμα των παλαιών ψηφοφόρων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει διαμελιστεί, και τα διάφορα μέλη του γεμίζουν τις εκλογικές δεξαμενές κομμάτων που, μετά την παρακμή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., εξαιτίας της ηθικής και βιολογικής κατάπτωσης του Α. Παπανδρέου, έμελλαν να εκπροσωπήσουν τους ψηφοφόρους που ήθελαν να αισθάνονται αυτοπεποίθηση όταν πήγαιναν στις κάλπες.       
             Επιστρέφω στη Ν.Δ.. Με την εκλογή ενός χαρακτηρισμένου πολιτικού αποστάτη στην ηγεσία της, του Κ. Μητσοτάκη, δόθηκε το σύνθημα στους επίδοξους διεκδικητές, από τα δεξιά, μέρους του εκλογικού σώματος των ανασφαλών ψηφοφόρων της δεξιάς, να … αποστατήσουν και να δοκιμάσουν την τύχη τους εκτός κόμματος. Πρώτος, και καλύτερος μεταξύ των αποτυχημένων δεξιών αποστατών, ήταν ο Α. Σαμαράς. Η πολιτική του Άνοιξη, όμως, εκπροσωπούσε μόνο τη μονομανία του αρχηγού της. Δεν μπορούσε το φαιδρό εκείνο κομματίδιο, κατ’ εικόνα του χαμογελαστού ηγέτη του, να κόψει ένα υπολογίσιμο κομμάτι από το εκλογικό σώμα των ανασφαλών δεξιών ψηφοφόρων, και να επιβιώσει στην ελληνική πολιτική σκηνή. Γι’ αυτό ο Α. Σαμαράς «ευτύχησε» να ψηφιστεί από τους ψηφοφόρους που πρώτα πρόδωσε και μετά διεκδικούσε την ψήφο τους, μόνο όταν επέστρεψε στο σπίτι του κόμματος που παραδοσιακά εκπροσώπησε αυτούς τους ψηφοφόρους.
            Τη «δόξα» του Σαμαρά ως αρχηγού ενός ανύπαρκτου κόμματος, ζήλωσαν και άλλοι αφελείς αποστάτες της Ν.Δ.. Ήταν ο Μάνος, ο Αβραμόπουλος και, τελευταία, για να συνεχιστεί η οικογενειακή παράδοση της αποστασίας, η κόρη του μεγάλου αποστάτη, η οποία έκανε πολιτική καριέρα όχι, φυσικά, με το επώνυμο του αποστάτη πατέρα της, αλλά με το επώνυμο του δολοφονημένου από τους μονομανείς, εκτός πολιτικής, μονομάχους της πολιτικής αλητείας στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης.
            Εκείνοι που κατάφεραν, δυστυχώς, να προσελκύσουν ένα υπολογίσιμο εκλογικό μέλος του σώματος της δεξιάς, είναι οι χειρότεροι εκπρόσωποι των ανασφαλών ενστίκτων πολιτών που αδυνατούν παντελώς να σκεφτούν οι ίδιοι την ταυτότητα, τη ζωή και τη θέση τους στον κόσμο. Αυτούς εκπροσωπεί ο Μιχαλολιάκος και οι σωματοφύλακές του, τους ανασφαλέστερους ψηφοφόρους της δεξιάς.
            Παρόλες τις απόπειρες διάσπασης που υπέστη ο κορμός της δεξιάς, όμως, η εκλογική της μάζα παρέμεινε υπολογίσιμη. Στις επικείμενες εκλογές θα σκληρύνει, γιατί ο Α. Τσίπρας ενεργοποίησε το ένστικτο ανασφάλειας των ψηφοφόρων της. Η νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α θα εξαρτηθεί από τους πολίτες που θα θελήσουν, με την ψήφο τους, να γίνουν εγγυητές της δυναμικής ενός συνασπισμού πολιτών που θα θέσουν, στις εκλογές αυτές, τις βάσεις της συλλογικότερης δυνατής θεραπείας των Ελλήνων από το σύνδρομο της τυφλής εμπιστοσύνης σε πολιτικούς που εκμεταλλεύονται την ανασφάλειά τους.
Ο Σ. Θεοδωράκης, από την άποψη αυτή, για να περιορίσει τη δυναμική του Α. Τσίπρα, χρησιμοποιήθηκε για να προσελκύσει ψηφοφόρους οι οποίοι έχουν τη διάθεση να εκπροσωπηθούν από κάποιον που, φαινομενικά, υπηρετεί την αυτοδιάθεσή τους. Το αντίθετο συμβαίνει. Η παρουσία του Θεοδωράκη στην πολιτική σκηνή εντέχνως φιλοτεχνήθηκε από εκείνους που έχουν συμφέρον να συντηρηθεί η δυναμική των ανασφαλών ψηφοφόρων και να αναστηλωθεί η εξουσιαστική αίγλη του κόμματος που παραδοσιακά τους εκπροσωπεί, της Ν.Δ..
Στις εκλογές της επόμενης εβδομάδας δεν θα αναβιώσει η γιγαντομαχία των πολιτικών ενστίκτων του 1981. Ο Α. Τσίπρας δεν θα παίξει τον ρόλο του δούρειου ίππου, για να μη διοχετευτεί η αντίδραση των ελευθερόφρονων ψηφοφόρων στην κομμουνιστική αριστερά. Αυτόν τον ρόλο έπαιξε ο Α. Παπανδρέου το ’81. Αυτόν τον ρόλο παίζει το ΠΟΤΑΜΙ, εναντίον του Α. Τσίπρα, το 2105! Ο Α. Τσίπρας δίνει την ευκαιρία σε όσους, αριστερούς ή μη, θέλουν να εκπροσωπηθεί η ελεύθερη συνείδησή τους, να το πράξουν. Αυτό μόνο με έναν τρόπο μπορεί να γίνει: με την ψήφο. Απώλειες ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα έχει. Θα είναι ένα μέρος των αναποφάσιστων, τώρα, πρώην ψηφοφόρων του. Θα είναι αρκετοί από εκείνους που ψήφισαν τον Α. Τσίπρα τον Ιανουάριο χωρίς να καταλάβουν ακριβώς τι εκπροσωπεί. Κάποιους τους έχει καταλάβει το αίσθημα της ανασφάλειας, και είναι προφανές τι θα ψηφίσουν. Άλλους, που ψήφισαν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απλώς για να αντιδράσουν, τους περιμένει η ΛΑ.Ε.. Γι’ αυτούς δημιουργήθηκε, άλλωστε.  

Τη μάχη θα την κρίνουν οι αναποφάσιστοι που θα αποφασίσουν λίγο πριν ή μπροστά στην κάλπη ότι θα ψηφίσουν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. γι’ αυτό που εκπροσωπεί μόνο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.: την προοπτική της διαχείρισης των κοινών από πολιτικούς οι οποίοι δεν επενδύουν στην ανασφάλεια των ψηφοφόρων. Όσοι το κάνουν, κατεξοχήν η Ν.Δ., επωφελούνται από συνθήκες κρίσης, όπως η τρέχουσα. Τις δημιουργούν, μάλιστα, για να είναι σίγουροι ότι δεν θα χάσουν τους ψηφοφόρους τους! Ευχής έργο θα είναι οι δεξιοί που, από εθνική πεποίθηση, ψήφισαν τους Ανεξάρτητους Έλληνες τον Ιανουάριο, να το ξαναπράξουν. Θα τους δοθεί η ευκαιρία, έτσι, να εκπροσωπηθούν πάλι στην ελληνική βουλή και στην κυβέρνηση. Μαζί πάλι με τον Συνασπισμό θα επιχειρήσουν να πείσουν πως η διακυβέρνηση στα χέρια ανεξάρτητων πολιτικών είναι επωφελής για πολίτες που θέλουν να είναι ανεξάρτητοι αλλά και για τους άλλους, οι οποίοι ούτε το μπορούν ούτε, ενδεχομένως, το θέλουν…



Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Το ιδεολόγημα της συνεργασίας

Είναι ευδιάκριτοι οι λόγοι που η Ν.Δ., στην προεκλογική «ενημέρωση» των πολιτών, επιμένει στο ιδεολόγημα της συνεργασίας. Ο πρώτος, και βασικός, είναι ότι δεν πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν τις εκλογές. Το ποσοστό που «παίρνουν» στις εικονικές δημοσκοπήσεις ξέρουν ότι είναι το μεγαλύτερο που θα μπορούσαν, ιδεωδώς, να πάρουν. Δεν φθάνει για να κερδίσουν. Θέλουν, όμως, έστω και αυτό το ποσοστό!  
Ο λόγος, λοιπόν, που κάνει τον αρχηγό της Ν.Δ. και άλλα προβεβλημένα στελέχη να ομνύουν στο όνομα της συνεργασίας, είναι για να μπορέσουν να (ξανα)κερδίσουν 5% των ψηφοφόρων, που θα τους φέρει από την εκλογική πανωλεθρία του Ιανουαρίου στο ποθητό ποσοστό του Σεπτεμβρίου, που δεν μπορεί να ξεπερνάει εκείνο του Ιανουαρίου! Μετά τον Ιανουάριο του 2015, η Ν.Δ. είναι λογικό να έχει χάσει το 5%, τουλάχιστον, των ψηφοφόρων της. Για να αναπληρώσουν αυτό το ποσοστό, πρέπει να δημιουργήσουν μια δεξαμενή ψηφοφόρων.
 Υπολογίζουν, έτσι, ότι θα μπορέσουν να πείσουν περίπου 300.000 ανθρώπους ότι, αν ψηφίσουν ή ξαναψηφίσουν Ν.Δ., δεν θα ψηφίσουν τον αρχηγό της ως πρωθυπουργό και τους όμοιούς του ως υπουργούς. Θέλουν να πιστέψουν οι εύπιστοι ψηφοφόροι, που δεν είναι πια πολλοί, ευτυχώς, ότι η ψήφος στη Ν.Δ. είναι ψήφος σε ένα κόμμα που θα παίξει τον ρόλο του πολιτικού ενορχηστρωτή. Η Ν.Δ., δηλαδή, ως ενδεχομένως πρώτο κόμμα, θα διορίσει πρωθυπουργό - ακόμα και - τον Α. Τσίπρα και υπουργούς από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και το ΠΟΤΑΜΙ.
Κάτι τέτοιο, φυσικά, για να καταλάβουμε πόσο παράλογο είναι, σημαίνει ότι, για να (ξανα)κερδίσει η Ν.Δ. το 5%, υπόσχεται να μη γίνει αυτό που πιστεύει το 22% των ψηφοφόρων της ότι θα γίνει: ότι η Ν.Δ. θα κυβερνήσει. Αυτό ξέρουν ότι δεν μπορεί να γίνει ούτε με το 22% ούτε με το 26 - 27%. Είναι δραματική η συγκυρία για τη ναυαρχίδα της δεξιάς στην Ελλάδα. Αν, τελικά, το ποσοστό της Ν.Δ. δεν ξεπεράσει το 25%, η Ν.Δ. θα χάσει οριστικά το εύπιστο 5%, που δεν ήταν πια δικό της, ούτως ή άλλως, και θα χάσει ακόμα 4 – 5% από τον πυρήνα της, για να γίνει ένα κόμμα έτοιμο προς διάσπαση.
Η μόνη περίπτωση να μη συμβεί το μοιραίο στην αναξιόπιστη, πια, δεξιά φάλαγγα, είναι να συγκυβερνήσει, έστω, στο επόμενο κυβερνητικό σχήμα, ακόμα και χωρίς να είναι ο αρχηγός της πρωθυπουργός. Το ζητούμενο, δηλαδή, για τη Ν.Δ., είναι να μη διαλυθεί στα εξ ων συντίθεται, και όχι να αναλάβει το πηδάλιο της χώρας, για να τη βγάλει από τα βράχια που εκείνη την έριξε. Το κίνητρο για να κερδίσει αυτές τις εκλογές η Ν.Δ. δεν είναι ευγενές. Αυτός είναι ο λόγος, άλλωστε, που ο προγραμματικός της λόγος είναι ρηχός, λειψός. Η πρώην κυρίαρχη δεξιά περιορίζεται στην καταγγελία της επτάμηνης διακυβέρνησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και στην επιχείρηση αποδυνάμωσης του Α. Τσίπρα, τον οποίο, όμως, η Ν.Δ. χρειάζεται δυνατό.
Παράδοξο μεν, αλλά είναι έτσι. Όταν πρωτογενώς η αίγλη κάποιου χάνεται, ο μόνος τρόπος να επιβιώσει είναι να γίνει εχθρός ενός ισχυρού αντιπάλου. Αν ο Α. Τσίπρας, ξαφνικά, αποφασίσει να αποσυρθεί από το πολιτικό προσκήνιο, δεν θα καταρρεύσει μόνο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Θα καταρρεύσει, πρώτα, η Ν.Δ., η οποία, χωρίς αντίπαλο δέος, θα λάμψει διά του ζόφου των προσώπων που την κατοικούν. Τα φθαρμένα αυτά πρόσωπα, των ασυνάρτητων προσωπικοτήτων, που συνωστίζονται στις ανοιχτές διάπλατα πόρτες του ερειπίου στα δεξιά της Βουλής, θα προσφέρονται για αμέτρητο οίκτο, έτσι ανερμάτιστοι που θα κείτονται στα λιγοστά έδρανα που θα τους απομείνουν.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Β. Μεϊμαράκης εκλιπαρεί για συνεργασία, επικαλούμενος το συμφέρον της χώρας. Η Ελλάδα, όμως, είχε συνεργατικές κυβερνήσεις τα τελευταία τρία χρόνια. Αυτές επεξέτειναν το χάος στο οποίο παραδόθηκε η χώρα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και μετά. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται συνεργαζόμενες πολιτικές δυνάμεις που καλύπτουν η μία τα νώτα της άλλης. Χρειάζεται πολιτικές κυβερνητικές προτάσεις και ισχυρές αντιπολιτευτικές αντιπροτάσεις. Αν μπορεί να γίνει σύνθεση, αυτή θα είναι στη βάση μιας αμοιβαίας κατανόησης για το καλό της χώρας, και όχι για την επιβίωση των κομματικών παρατάξεων.
Η μόνη ισχυρή κυβερνητική πρόταση, σ’ αυτή τη συγκυρία, είναι η πρόταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Το πρόγραμμά του, μάλιστα, είναι λεπτομερές, σταθμισμένο, με σαφή πολιτική ταυτότητα. Η Ν.Δ., ακόμα κι αν της το πρότεινε ο Α. Τσίπρας, δεν θα ήθελε να συμμετάσχει στην εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος ως «δεύτερο κόμμα». Θα έχανε το πολιτικό της στίγμα. Θα καθίστατο αναξιόπιστη και έρμαιο των εσωτερικών ανταγωνισμών για προβεβλημένες κομματικές θέσεις…

Τα κόμματα, τέλος, έχουν λόγο να υπάρχουν όσο οι κοινωνικές δυνάμεις που τα στηρίζουν είναι ζωντανές, υγιείς και παραγωγικές. Ακόμα και αυτό έπαψε να ισχύει για τη Ν.Δ.. Αυτό θα φανεί στις εκλογές και, ακόμα περισσότερο, μετά από αυτές. Αυτόν τον εφιάλτη βλέπει συχνά ο Β. Μεϊμαράκης, και προσπαθεί να τον ξορκίσει με μια λέξη: «συνεργασία»…

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Πολιτική φαιδρότητα


Ο λόγος που συνοδεύει, ως εκκωφαντική υπόκρουση, την προεκλογική εκστρατεία της Ν.Δ., του ΠΑ.ΣΟ.Κ., του ΠΟΤΑΜΙΟΥ και της Λαϊκής Ενότητας είναι φαιδρός και με τις δύο σημασίες του όρου: την αρχαία και τη νέα. Ως φαιδρός που είναι, με την έννοια του αστείου, προκαλεί ένα είδος χαράς, φαιδρότητας, με την αρχαία σημασία του όρου. Χαιρόμαστε, σημαίνει, να τον ακούμε, όπως όταν ακούμε αστεία, ανέκδοτα. Ένα μειδίαμα ελάχιστων δευτερολέπτων ή ένα γέλιο αυτόματο στο άκουσμα παραδοξοτήτων, και η χαρά υποχωρεί γρήγορα, όπως ήλθε… Γιατί, στην περίπτωσή μας, τα ανέκδοτα είναι χιλιοειπωμένα, και, ως αφορώντα το μέλλον της Ελλάδας, κακόγουστα.
Είναι, βέβαια, και η φαιδρότητα του ύφους των τεσσάρων αρχηγών, που πρωτοστατούν στις εμφανίσεις των δύο υπολειμματικών, αφενός, και των δύο εκτρωματικών κομμάτων αφετέρου. Ο της Ν.Δ. επικεφαλής εναλλάσσει την ακατάσχετη διάθεσή του να είναι πικρός στην κριτική του με μια ψευδεπίγραφη και σοβαροφανή συγκαταβατικότητα. Ο συνδυασμός είναι πολύ δύσκολος. Σαν να αισθάνεται και ο ίδιος την αντιφατικότητα στη ρητορική του εμφάνιση, χαμογελάει σχεδόν μόνιμα, ακόμα κι όταν λέει τα πιο δυσάρεστα πράγματα.
Η αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ., φιλόδοξη περισσότερο απ’ όσο μπορεί να αντέξει το εύθραυστο προφίλ της γυναίκας που πασχίζει να δικαιολογήσει στον εαυτό της την απόφαση να γίνει αρχηγός, επείγεται να κρύψει την ανασφάλειά της με την υπερβολή του αντιπολιτευτικού μένους. Στην προσπάθειά της, ο τόνος της φωνής της γίνεται σπαραξικάρδιος, απολογητικός, διδακτικός αλλά και απειλητικός. Δυσάρεστο ακρόαμα, που γίνεται ακόμα πιο ενοχλητικό όταν συνδυαστεί με την όψη  του παγωμένου προσώπου που εκφέρει τον λόγο.
Ο επικεφαλής του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, ο διεκδικητής της τρίτης θέσης στη σειρά της εκλογικής επιτυχίας, προδίδει μ’ ένα μόνιμο, αθέλητο, χαρακτηρολογικά δικό του μειδίαμα, την αδυναμία του να μιλήσει αρκετά σοβαρά. Γι’ αυτό όσα λέει βρίσκονται διαρκώς στα όρια της εκφραστικής ακροβασίας. Η άβυσσος της ασάφειας χαίνει στη συνείδησή του, έτοιμη να καταπιεί φράσεις ειπωμένες με αδικαιολόγητο στόμφο, για να ξεγελάσουν, εύχεται, ακόμα και τους προσεκτικούς, και τους απαιτητικότερους ακροατές του.
Η κενολογία, όμως, θριαμβεύει στα χείλη του οδηγητή της Λαϊκής Ενότητας. Είναι πραγματικά δύσκολη η θέση του. Πρέπει να συμβιβάσει την πολιτική επιπολαιότητα με μια σοβαρότητα που του χρειάζεται για να πείσει ότι δεν είναι επιπόλαιος. Έτσι, όταν μιλάει κοιτάζει διαρκώς το κενό, σαν να μη θέλει να ακούει αυτά που ο ίδιος λέει ή σαν να εκλιπαρεί μια αόρατη δύναμη να του εμπνεύσει σοφότερες ρήσεις από εκείνες που καταφέρνει να διατυπώσει.  
Το περιεχόμενο του λόγου και των τεσσάρων είναι, ως επί το πλείστον, συνθηματικό. Το καλούν και οι συνθήκες των ανοιχτών συγκεντρώσεων αυτό, των ανθρώπων που δεν συγκεντρώνονται εκεί για να ακούσουν αλλά για να υποστηρίξουν με την παρουσία τους την υπόσταση των ομιλητών. Ως εκ τούτου, οι ομιλητές δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να εκφέρουν σκέψεις, συλλογισμούς. Ενδιαμέσως των συνθημάτων, όμως, για να ποικίλλει ο λόγος, αναγκάζονται να αναπτύξουν επιχειρήματα.  Αυτά, κατά κύριο λόγο, είναι ασυνάρτητα, ασύντακτα, ακόμα και αντιφατικά. Είναι επιχειρήματα ανθρώπων που δεν έχουν πρόσφατο αντικείμενο ενδιαφέροντος για όσα αναγκάζονται από τη θέση τους να πουν. Είναι δύσκολο να μιλήσεις γι’ αυτά που έχεις καταφέρει να μην μπορείς ούτε να υποσχεθείς.
Μου είναι δυσάρεστο, αλλά θα αναφερθώ, με μια πρόταση, στον λόγο και το ύφος της «προαλειφόμενης» ως αντιπολίτευσης της φανταστικής συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Ν.Δ.. Οι ακροατές της Χρυσής Αυγής επιτρέπουν στους ομιλητές που την εκπροσωπούν να ξεδιπλώνουν ακατάσχετα μπροστά τους εικόνες παραληρήματος ανθρώπων που έχουν την ειδική ανάγκη να εξευτελίζουν και να δολοφονούν πρόσφυγες. Εκπίπτουν, φυσικά, οι λόγοι των Χρυσαυγιτών από την κατηγορία των τεσσάρων πρωτοπόρων στην πολιτική φαιδρότητα. Δεν είναι ούτε αστείοι ούτε αντικείμενο – έστω προσωρινού – γέλωτα, οι συνοφρυωμένοι αφιονισμένοι, που τρέφονται και με το αίμα των μικρονοϊκών οπαδών τους.
Όσο για τον ορισμό μέχρι πρόσφατα της φαιδρότητας, τον αρχηγό της Ένωσης Κεντρώων, έπαψε, ακόμα κι αυτός, να μας δίνει τη χαρά που μας έδινε. Οι δημοσκοπήσεις που τον θέλουν μέσα στη Βουλή με ανησυχούν. Σκέφτομαι όσους θα πάρει μαζί του ως βουλευτές, εκείνους που θα ενισχύσουν τη βουλευτική οχλαγωγία, που εμπίπτει, δυστυχώς, στην προστασία της βουλευτικής ασυλίας.

Η προεκλογική περίοδος, ευτυχώς, θα διαρκέσει λίγο…

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ηλικιωμένοι πολιτικοί «προστάτες»


 


Αν αληθεύουν τα αποτελέσματα των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, τμήμα του ελληνικού εκλογικού πληθυσμού θα βοηθήσει τους επαγγελματίες της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα να κερδίσουν το στοίχημα που έβαλαν με τον εαυτό τους, και μεταξύ τους, ότι ο ελληνικός λαός θα ξαναμπεί στη θέση του νηπίου, που εμπιστεύεται τον … καλό ηλικιωμένο κύριο: κύριο επειδή είναι ηλικιωμένος, καλό επειδή είναι ηλικιωμένος, και ηλικιωμένο επειδή είναι … ηλικιωμένος. Όλοι οι ενήλικοι ψηφοφόροι υποτίθεται, όμως, οφείλουν να ξέρουν ότι οι ηλικιωμένοι δεν είναι πάντα κύριοι, δηλαδή πάντα καλοί. Είναι απλώς … ηλικιωμένοι!
Αν χρειαστεί να θυμηθώ τους ηλικιωμένους, εξ ορισμού «καλούς κυρίους» της ελληνικής πολιτικής ζωής, θα καταλήξω με μια θλιβερή διαπίστωση: από τον ηλικιωμένο Κ. Καραμανλή μέχρι τον νεαρό ηλικιωμένο (λόγω… οικογενειακής παράδοσης) Κ. Καραμανλή, ο ελληνισμός έχει πέσει θύμα της νηπιακής του αφέλειας οκτώ φορές: Καραμανλής, Ράλλης, Παπανδρέου, Μητσοτάκης (Χ. Φλωράκης), Σημίτης, Καραμανλής, πάλι … Παπανδρέου. Ο «νεανικός» Σαμαράς έκρυβε καλά τη νοοτροπία του παππού των Ελλήνων πίσω από το φαιδρό του χαμόγελο.
Τώρα προαλείφεται για πρωθυπουργός της Ελλάδας ένας ακόμα ηλικιωμένος κύριος, ο κατά λάθος αρχηγός της συντηρητικής παράταξης. Αυτός ήταν η αναγκαστική λύση, που έδωσε η χρεωκοπημένη δεξιά στο δραματικό της αδιέξοδο: ένα ουδέτερο στο εσωτερικό της μέτωπο δοκιμασμένο στέλεχος, το οποίο, αν ο λαός το συνδράμει για να κερδίσει τον Α. Τσίπρα, θα επαναφέρει στο προσκήνιο της πολιτικής εξουσίας όλους τους ηλικιωμένους κυρίους και κυρίες της δεξιάς, που είχαν πέσει στην ανυποληψία μέχρι και τις εκλογές του Ιανουαρίου. Ο ηλικιωμένος Μητσοτάκης, έτσι, που είχε παραμεριστεί από το καθεστώς Καραμανλή – Σαμαρά, θα επανέλθει στην εξουσία μέσω της ηλικιωμένης κόρης του και του «βαθυνούστατου», βαριά γερασμένου νεότερου γιου του. Εξαιρετική προοπτική για το μέλλον ενός γηραιού έθνους, ένα μεγάλο ποσοστό του οποίου ψηφίζει Ν.Δ. από παράδοση, από ισχυρό οικονομικό συμφέρον, από γηρασμένο φρόνημα και από … νηπιακή αφέλεια!
Πρόθυμοι, φυσικά, να συνδράμουν το έργο του ηλικιωμένου Μεϊμαράκη, ως δυνάμει πρωθυπουργού, είναι κάποιοι νεόκοποι αυτόκλητοι κηδεμόνες του ελληνικού λαού: ο γκριζαρισμένος νεανίας του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, που έχει μεγάλη πείρα στο … στήσιμο σκηνικών, των εκπομπών του και άλλων, και η συνταξιούχος, πολιτικά υπερήλικη, νεότευκτη αρχηγός του αποστεωμένου, λόγω λαϊκιστικού γήρατος,  ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι τρεις αυτοί, μαζί, και τα στελέχη τους τα πολύπειρα στην «αποπλάνηση» ανήλικων, πάνω από τα 40, ψηφοφόρων, είναι έτοιμοι να χαϊδέψουν τρυφερά στο κεφάλι τον ελληνικό λαό, και να πάρουν το χέρι του στα ροζιασμένα από την εξουσία χέρια τους. Πού θα τον οδηγήσουν; Όπου τον πήγαιναν επί δεκαετίες: στα υγρά υπόγεια της εγκατάλειψης επί τέσσερα χρόνια, όσο αυτοί θα απολαμβάνουν τον απαράμιλλο ελληνικό ήλιο, το γαλάζιο του εξουσιαστικού τους στερεώματος, την ευωχία της πολιτικής τους επιτυχίας, τα αχόρταγα πολιτικά τους γηρατειά…
Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού επίσης, δυστυχώς, θα εμπιστευτεί τον γηραλέο εκπρόσωπο των αηδιαστικών ενστίκτων κάποιων πρόστυχων ηλικιωμένων, οι οποίοι ευωχούνται όταν εξουσιάζουν τη συνείδηση και τις ζωές και τα σώματα αφελών θιασωτών του φασιστικού εξουσιαστικού προτύπου. Ο εν λόγω «αρχηγός», συνεπικουρούμενος από τους επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο, για λόγους προσωπικής εγωπάθειας, «μπιστικούς» του, θα στερήσει από το εκλογικό ελληνικό σώμα ζωτικές του λειτουργίες, και θα τις δώσει χάρισμα στους προαναφερθέντες ηλικιωμένους πολιτικούς ταγούς, τους προαιώνιους διαφεντευτές της δύσμοιρης ελληνικής φυλής.    
Τέλος, ο ηλικιωμένος πρώην επαναστάτης αριστερός, πρώην «συστημικός» υπουργός και νυν λαϊκιστής αριστερός αρχηγός, με τα λευκά γένια και τα κατάμαυρα μαλλιά, έχει επιστρατεύσει κι αυτός όλη του τη «μεστωμένη γοητεία», για να προκαλεί στους περισσότερους έντονο αίσθημα αμηχανίας και σε κάποιους την εμπιστοσύνη μιας αριστεριστικής νεανικότητας, υπεύθυνης για την ακύρωση της πρώτης, πραγματικά νέας, αριστερής κυβερνητικής προσπάθειας.
Σταματώ, όμως, εδώ. Η αποφορά απ’ όλο αυτό το πολιτικό γήρας μου προκάλεσε, ήδη, το έντονο αίσθημα ενός αλγεινού μετεωρισμού, και θέλω να αποφύγω τη συνήθη κατάληξη της ναυτίας. Το βιολογικό γήρας είναι μια ωραία ευκαιρία που δίνει η φύση στον άνθρωπο να αισθανθεί καλύτερος, απαλλαγμένος από παθολογικές εμμονές μιας ζωής που μας προκαλεί διαρκώς φαιδρές προσδοκίες. Το πολιτικό γήρας, ωστόσο, που περιέγραψα πιο πριν, είναι ανθρώπων που δεν απαλλάσσονται από την έμμονη μωρία της φιλοδοξίας τους να εξουσιάζουν τους συμπατριώτες τους, επειδή, σκέφτονται για τον εαυτό τους, είναι καλύτεροι, σοφότεροι, εμπειρότεροι από αυτούς· ίδιοι πολιτικοί μας πατέρες, που αναλαμβάνουν την πατρική εξουσία πάνω μας μετά τους φυσικούς μας γεννήτορες. Το χειρότερο: επειδή αρκετοί ψηφοφόροι – νήπια τους το ζητούν…

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Σκέψη και πολιτική

Κάθε αλήθεια είναι ένα μεγάλο ψέμα. Μα πώς; Όταν ο ουρανός είναι καθαρός, ας πούμε, δεν βρέχει. Κι αν είναι ημέρα, ο ήλιος λάμπει! Και το αντίστροφο. Τι πιο αληθινό από αυτό! Τι πιο ψεύτικο… Η αλήθεια παραπλανά. Για το ψέμα μπορούμε, μόνο, να είμαστε σίγουροι: για το ψέμα της αλήθειας.
Ποτέ η ημέρα δεν είναι ημέρα, ακόμα κι αν είναι! Είναι ημέρα της νύχτας. Το ίδιο η νύχτα: νύχτα της ημέρας. Έτσι με όλα τα ανθρώπινα. Η ζωή η ίδια δεν είναι ζωή. Είναι ζωή του θανάτου. Κι ο θάνατος είναι θάνατος της ζωής. Η τυπική λογική αληθεύει μόνο στα σύμβολα. Στην πραγματικότητα του ανθρώπου διαψεύδεται. Ποτέ το ίδιο, για τον άνθρωπο, δεν είναι ο εαυτός του. Πάντα είναι κάτι άλλο.
Έτσι αρχίζει η ίδια η σκέψη, η Φιλοσοφία. Τα πράγματα, ο άνθρωπος το ξέρει, ή το υποψιάζεται, δεν είναι ίδια με τον εαυτό τους. Ή, μάλλον, είναι ίδια ως κάτι άλλο. Αυτό προσπαθούμε να καταλάβουμε. Πώς γίνεται το σημαντικό τη μια στιγμή να είναι ασήμαντο την άλλη, το όμορφο τη μια να είναι άσχημο σε λίγο, το μεγάλο σήμερα να μικραίνει αύριο, το σωστό χθες να είναι λάθος σήμερα, το δίκαιο στη μια περίπτωση να είναι άδικο στην άλλη. Έτσι αρχίζει και συνεχίζει η σκέψη.
Και πώς τελειώνει; Γνωρίζει τέλος ή αποτέλεσμα αυτή η προσπάθεια του νου να συμβιβάσει τις μορφές που παίρνουν όσα κάνουν εντύπωση στον άνθρωπο; Ποτέ! Ο άνθρωπος ζει με εντυπώσεις. Η συνείδησή του μοιάζει με το χώμα που μουσκεύει και στεγνώνει. Το χώμα είναι το ίδιο και μαζί άλλο. Και αλλάζει μαζί με τον καιρό, που είναι ήλιος και βροχή…
Έτσι το άδικο, ας πούμε, είναι αυτό που γίνεται ένα πράγμα στη συνείδησή μας, η εντύπωση που μένει· η βροχή που πέφτει, το χώμα που μουσκεύει. Μετά βγαίνει ήλιος, το χώμα στεγνώνει. Άλλες εντυπώσεις, άλλες ιδέες…
Αυτό κάνει τον άνθρωπο πολιτικό ζώο επίσης, είτε ασχολείται με την πολιτική είτε όχι. Οι εντυπώσεις! Ένστικτο αυτοσυντήρησης, άμυνας είναι η πολιτική. Είναι η αυθόρμητη αντίσταση στην αλλαγή, είναι η στάση που θέλουμε να κάνουμε όταν όλα γύρω μας κινούνται, και μαζί τους οι εντυπώσεις.
Μοιάζει, από την άποψη αυτή, η πολιτική με τη σκέψη. Είναι, και τα δύο, κίνηση στάσης, μια στάση στην κίνηση, αντίσταση στο ρεύμα των πραγμάτων που αλλάζουν και των εντυπώσεων που τρέχουν. Σκέψη και πολιτική είναι (συμ)μετοχές μη αμέτοχων ανθρώπων, που αντιστέκονται στην αλλαγή. Όσοι δεν προλαβαίνουν ν’ αντισταθούν, στη σκέψη και/ή με την πολιτική, εκτοπίζονται… Παρακολουθούν, όπως το χώμα, μια τη βροχή και μια τον ήλιο, αποσβολωμένοι μπροστά στο ψέμα της αλήθειας…

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Διαψεύσεις

Η πρωθυπουργική του θητεία επεφύλαξε πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις στον Α. Τσίπρα. Δοκίμασε τρεις, τουλάχιστον, δραματικές διαψεύσεις. Η πρώτη αφορούσε στο μέτωπο των πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, που πρώτη φορά, φυσικά, ηγέτης ενός κράτους τις προκάλεσε να έλθουν σύσσωμες εναντίον του. Η δεύτερη, δραματικότερη θεωρώ διάψευση, είχε να κάνει με τα χτυπήματα που δέχθηκε από τους εσωτερικούς αντιπάλους του ο  Α. Τσίπρας, από εκείνους που νόμιζε συνεργάτες και συντρόφους του.
            Έδωσε, λοιπόν, για επτά ολόκληρους μήνες, δύο παράλληλες και πολύ άνισες μάχες ο πρωθυπουργός της συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ.. Μάλιστα, ο αγώνας που έδινε για να ισορροπήσει τις προσωπικές φιλοδοξίες των μονομανών εραστών της πολιτικής δημοσιότητας, που τους είχε δίπλα του, τον καθιστούσε ευάλωτο στις επιθέσεις των απαιτητικών δανειστών. Οι Ευρωπαίοι εταίροι  ήξεραν, φυσικά, ότι δεν διαπραγματεύονται με έναν Έλληνα Υπουργό Οικονομικών εκπρόσωπο του πρωθυπουργού του και του ελληνικού λαού, αλλά με έναν συγκυριακό προϊστάμενο ενός κρίσιμου υπουργείου, που εκπροσωπούσε τον εαυτό του, μόνο, και κανέναν άλλο.
Εκτός από τον Γ. Βαρουφάκη, τρεις ακόμα υπουργοί (Λαφαζάνης, Βαλαβάνη, Ήσυχος) και η Πρόεδρος της Βουλής, μετρούσαν τις ώρες των αποτυχημένων διαπραγματεύσεων, ώρες που τους έφερναν όλο και πιο κοντά στη στιγμή μιας διπλής νίκης: αφενός εναντίον του Α. Τσίπρα, αφετέρου εναντίον μιας Ευρώπης από την οποία δεν προσδοκούσαν τίποτα. Τόσο, μάλιστα, πανηγυρικότερη θα ήταν η νίκη τους, εναντίον του φανταστικού εσωτερικού τους αντιπάλου και του άλλου, του μη προσωπικού τους εχθρού, όσο εντυπωσιακότερη θα ήταν η ήττα της Ελλάδας και των Ελλήνων. Όσο πιο χυδαία κακοποιημένο θα ήταν το θύμα, η χώρα, τόσο περισσότερο κερδισμένοι από τη δημοσιότητα που τους εξασφάλιζε η θέση τους θα ήταν οι δωρεάν τιμητές των πάντων.
Με την εξέλιξη της καταρχήν συμφωνίας που υπέγραψε ο Α. Τσίπρας, τα οφέλη των επίδοξων διαχειριστών των προσδοκώμενων ελληνικών ερειπίων έμειναν μισά. Ο πρωθυπουργός υπέστη το αναμενόμενο πολιτικό κόστος. Δεν ήταν όμως συντριπτικό, αφού έφερε συμφωνία στην Ελλάδα και η Ευρώπη ηρέμησε, όσο η ελληνική και οι άλλες κρίσεις, άλλων χωρών, μπήκαν προσωρινά κάτω από το χαλί της συμφωνίας των δανειστών με την Ελλάδα.
Η τρίτη διάψευση, όμως, είναι ισχυρότερη από τις άλλες δύο, που δοκίμασε ο Α. Τσίπρας. Είναι μάλιστα πρόσφατη, τωρινή, αποκύημα των προηγούμενων δύο και δραματικότερη από εκείνες. Είναι η διάψευση που δοκιμάζει ο στρατηγός που τον επευφημούσαν οι στρατιώτες του μέχρι πριν από την πρώτη νίκη του εχθρών του. Μετά του γυρίζουν την πλάτη και τρέχουν να συνταχθούν με τους αξιωματικούς τους που αυτομόλησαν πρώτοι. Πώς να διαχειριστεί ο αρχηγός ενός τέτοιου στρατού την απογοήτευση, την αποψίλωση των δυνάμεών του, τη διάλυση της στρατηγικής του επάρκειας; Με τρεις σκέψεις…
Η πρώτη είναι η εξής: οι στρατιώτες, τα μέλη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που εγκαταλείπουν τη μάχη, είναι ηττημένοι πρώτα οι ίδιοι, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το αυτοσυναίσθημα και τη ζωή τους στη συνέχεια.  Η δεύτερη: ο στρατηγός, ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας, δεν φταίει όταν ηττάται σε μια μάχη. Φταίει όταν παραδίδει χωρίς αντίσταση τον στρατό του στον αντίπαλο. Τότε τι θα είχαν να του καταλογίσουν τα μέλη του κόμματος που δραπέτευσαν; Ότι ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν αλλά δεν τους έδωσε την ευκαιρία! Παράδοξο…
Υπάρχει και μια τρίτη σκέψη, όμως, αντίδοτο στην απογοήτευση του Α. Τσίπρα. Αρκετοί που θα δουν, στο εσωτερικό της πατρίδας, τους πρώην στρατιώτες να επιστρέφουν άπρακτοι και βρίζοντας τον στρατηγό που συνθηκολόγησε προσωρινά για να μην κάψει ο εχθρός τα πάντα στο πέρασμά του, θα θελήσουν να  πάνε οι ίδιοι στο μέτωπο. Για κάθε μέλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που φεύγει από την πρώτη γραμμή, αρκετοί από τον άμαχο μέχρι χθες πληθυσμό θα μπουν στη θέση του… Αρκεί, φυσικά, ο στρατηγός να μιλήσει για τη στρατηγική που συνεχίζει να έχει, στον πόλεμο που δεν τελειώνει με συνθήκες.   
Όλα αυτά μικρή σημασία θα είχαν αν δεν αφορούσαν μια ψυχική ευαισθησία καθοριστική για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Το ίδιο πνεύμα με τα αποχωρήσαντα μέλη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., της ανάγκης να διαμαρτυρηθούν αποκηρύσσοντας αυτό στο οποίο όμνυαν μέχρι χθες, διέπει και κάποιους ψηφοφόρους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Είναι συμπατριώτες που έχουν δικαίωμα να απογοητεύονται με τον πρώην πρωθυπουργό.
Δεν είναι αυτός, όμως, το θέμα. Το θέμα είναι η Ελλάδα, που πρέπει όλοι να σκεφτούμε πώς θα σωθεί. Η διάσωση αυτής της χώρας ποτέ, απέδειξε η μεταπολίτευση τουλάχιστον, δεν ήταν υπόθεση ενός πολιτικού και του προγράμματός του. Αν ήταν έτσι, η Ελλάδα θα ευημερούσε. Η ευημερία της Ελλάδας εξαρτάται από το πώς σκέφτονται οι Έλληνες τη χώρα τους κι από το τι κάνουν μέσα στην Ελλάδα για την Ελλάδα. Η ανάθεση στους πολιτικούς της αποκλειστικής ευθύνης για τη χώρα είναι, πια, παρωχημένη τακτική του Έλληνα πολίτη. Αυτό προσπάθησε να καταστήσει σαφές σε ψηφοφόρους του και μη ο Α. Τσίπρας με το δημοψήφισμα και τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου.

Στην πραγματικότητα, ο Α. Τσίπρας, μηδενίζοντας τις προσδοκίες να γίνει η Ελλάδα, σε λίγους μήνες, από καταχρεωμένη αυτάρκης, έθεσε εαυτόν εκτός εξουσίας και τους Έλληνες προ των ευθυνών τους. Αυτές τις ευθύνες θα κληθούμε να αναλάβουμε, για πρώτη φορά τόσο κρίσιμα, στις κάλπες του Σεπτεμβρίου!